Web
Analytics
Tag: συμπτώματα - Ο Δρόμος για την Θεραπεία
Γράφουν: Γιώργος Σάπκας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ορθοπεδικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Metropolitan και οι ορθοπεδικοί του Νοσοκομείου Δημήτρης Δόβρης, Γιώργος Κελάλης και Θεοχάρης Κάππος

 

Η οστεοπόρωση είναι μια παθολογική κατάσταση του γήρατος, συνηθισμένη σε ασθενείς άνω των 50 ετών, αν και ένας περιορισμένος αριθμός νεότερων ασθενών και των δύο φύλων μπορεί να προσβληθεί χωρίς κάποια υποκείμενη αιτία. Μια μικρή απώλεια της οστικής πυκνότητας εμφανίζεται στις περισσότερες εγκυμοσύνες, αλλά η οστεοπόρωση που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη θεωρείται μια σπάνια επιπλοκή με άγνωστες επιπτώσεις.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού συμβαίνουν διάφορες σημαντικές ορμονολογικές αλλαγές στον οργανισμό της μητέρας, ιδιαίτερα στα οιστρογόνα και στην προλακτίνη, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν την πυκνότητα των οστών.

Επομένως, η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην απώλεια πυκνότητας των οστών και, ανάλογα με την έκταση αυτής της απώλειας, να προκύψουν οστεοπόρωση και σπονδυλικό κατάγματα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, υπάρχει επίσης αύξηση του σωματικού βάρους και του ποσοστού λίπους της μητέρος. Το αυξανόμενο σωματικό βάρους συνεπάγεται ένα αυξανόμενο μηχανικό φορτίο στον σκελετό και η αύξηση του ποσοστού λίπους μια αυξανόμενη περιφερική παραγωγή οιστρογόνων. Και οι δύο αυτοί παράγοντες υποθετικά επηρεάζουν την οστική πυκνότητα με έναν αναβολικό τρόπο.

Επιπλέον, η παραγωγή οιστρογόνων από τον πλακούντα οδηγεί γενικά σε υψηλά επίπεδο οιστρογόνων. Δεδομένου ότι τα οιστρογόνα θεωρούνται ως η σημαντικότερη ρυθμιστική ορμόνη για το σκελετικό σύστημα, αυτές οι αλλαγές θο μπορούσαν υποθετικά να οδηγήσουν σε αυξημένη οστική πυκνότητα.

Η σωματική δραστηριότητα είναι ένας άλλος σημαντικός αναβολικός ρυθμιστικός παράγοντας για την οστική πυκνότητα. Δεδομένου ότι οι έγκυες γυναίκες μειώνουν συχνά το κανονικό επίπεδο σωματικής δραστηριότητάς τους, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του τελευταίου μέρους της εγκυμοσύνης, αυτό θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει στη μείωση της οστικής πυκνότητας.

Η αξιολόγηση της οστικής πυκνότητας στις έγκυες και στις θηλάζουσες γυναίκες έχει αρκετά προβλήματα. Η έκθεση του εμβρύου στην ακτινοβολία που εκπέμπεται από το μηχάνημα μέτρησης οστικής πυκνότητας (dual X-Ray) και το γεγονός όι τόσο το σωματικό βάρος όσο και η σύσταση των μαλακών μορίων επηρεάζουν τη μέτρηση του BMD με τις σύγχρονες τεχνικές, αποτελούν τα βασικότερα προβλήματα. Κατά συνέπεια, λόγω όλων αυτών των αλλαγών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την οστική πυκνότητα, είναι πρακτικά αδύνατο να προβλέψει κανείς την τελική αλλαγή της πυκνότητας που θα προκύψει κατά τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης.

Μερικοί ερευνητές είτε πραγματοποίησαν μετρήσεις περιφερικά στα άκρα προκειμένου να μην εκτεθεί το έμβρυο σε ακτινοβολία είτε πριν και μετά τον τοκετό παρατηρήθηκαν μειώσεις οστικής πυκνότητας σε ποσοστό 2%-2,6% στο περιφερικό άκρο της κερκίδας, 2%-4% στην σπονδυλική στήλη και 2,4%-3,6% στο ισχίο. Μείωση επίσης σε ποσοστά 1,2%-10,8% παρατηρήθηκε σε διάφορες μελέτες στις οποίες χρησιμοποιήθηκε η ποσοτική υπερηχογραφία για τον προσδιορισμό της οστικής πυκνότητας στην πτέρνα ή στις φάλαγγες της μητέρας. Βιοχημικοί δείκτες, όπως οι συγκεντρώσεις οστεοκαλσίνης και αλκαλικής φωσφατάσης, έχουν παρατηρηθεί όχι είναι μειωμένοι ή αμετάβλητοι στο πρώτο μισό της εγκυμοσύνης και αυξάνονται στο τελευταίο τρίμηνο 1 -3 φορές περισσότερο απ' ό,τι στος μη εγκυμονούσες γυναίκες.

Αύξηση επίσης παρατηρείται στους δείκτες οστικής εναλλαγής pyridinoline, deoxypyridinoline και ΝΤΧ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η ασθένεια θεωρείται ως καλοήθης κατάσταση, δεδομένου ότι, χωρίς θεραπεία, οι ασθενείς αναμένεται να επιστρέψουν στη φυσιολογική οστική πυκνότητα σε 6-12 μήνες μετά τον απογαλακτισμό. Συνήθως αυτή η κατάσταση δεν οδηγεί σε μακροπρόθεσμα προβλήματα, εκτός από περιπτώσεις που περιπλέκονται από κάταγμα σπονδύλου, ιερού ή ισχίου κατά τη διάρκεια της περιόδου με την οστεοπόρωση. Αν και σπάνια, η διάγνωση της οστεοπόρωσης που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη θα πρέπει να τίθεται υπόψη όταν εμφανίζεται οσφυϊκός ή θωρακικός πόνος της σπονδυλικής στήλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή κατά τη μετά τον τοκετό περίοδο, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλά σπονδυλικά κατάγματα.

Θεραπεία

Η αποτελεσματική θεραπεία της οστεοπόρωσης που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη, είναι αμφιλεγόμενη δεδομένου ότι υπάρχουν λίγες περιπτώσεις στη βιβλιογραφία και λόγω της γενικότερης υποτίμησης αυτής της ξεχωριστής διαταραχής του μεταβολισμού των οστών. Στην πρόσφατη βιβλιογραφία που αφορά περιπτώσεις με οστεοπόρωση εγκυμοσύνηδ, η θεραπεία με τα διφωσφονικά επιλέγεται ως θεραπεία πρώτης γραμμής.

Ο Stumpf και οι συνεργάτες του προτιμούν να χορηγούν τεριπαμίδη όταν είναι πιθανό να ακολουθήσουν και άλλες εγκυμοσύνες, επειδή δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμες παρακολουθήσεις όσον αφορά τις ανεπιθύμητες ενέργειες των διφωσφονικών και δεδομένου ότι η τεριπαμίδη δεν αποθηκεύεται στα οστά για χρόνια, όπως συμβαίνει με τα διφωσφονικά.

Άλλες μορφές θεραπείας μπορούν να ενδείκνυνται, όπως η κυφοπλαστική ή η σπονδυλοπλαστική σε ασθενείς που είναι ανθεκτικοί στη φαρμακευτική θεραπεία.

Η οστεοπόρωση της εγκυμοσύνης είναι ένα σπάνιο πρόβλημα άγνωστης αιτιολογίας. Παρατηρείται συχνότερα στο τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης ή κατά την πρώτη μετά τον τοκετό περίοδο. Το γιατί μερικές γυναίκες τείνουν να αναπτύξουν οστεοπόρωση κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει ακόμη γίνει κατανοητό.

Ένα θετικό οικογενειακό ιστορικό μετεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης απαντάται συχνότερα στίς γυναίκες που θα εμφανίσουν οστεοπόρωση στην εγκυμοσύνη. Επίσης μια αλλαγή στον μεταβολισμό του ασβεστίου μπορεί να συμβάλει στην αιτιολογία της οστεοπόρωσης της εγκυμοσύνης.

Οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες μετά τον τοκετό έχουν 2%-9% χαμηλότερη οστική πυκνότητα από ό,τι οι γυναίκες που δεν είχαν τοκετό. Επίσης μια εξάμηνη περίοδος θηλασμού συνδέεται με μια περαιτέρω απώλεια 1 %-6% σε μητρική οστική πυκνότητα. Τα κλινικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οστεοπόρωσης της εγκυμοσύνης είναι παρόμοια με τους άλλους τύπους της οστεοπόρωσης. Το πιο κοινό σύμπτωμα είναι ο πόνος στη χαμηλότερη θωρακική ή/και οσφυϊκή περιοχή. Σε μερικές ασθενείς ο πόνος μπορεί να εκλείψει αυτόματα μέσα στους επόμενους μήνες μετά τον τοκετό, ενώ σε άλλες μπορεί να παραταθεί για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι απαραίτητο να αποφευχθούν μια μακρά περίοδος πόνου και το κατάγματα σε αυτές τις νέες γυναίκες, θεραπεύονται την οστεοπόρωση της εγκυμοσύνης αρχικά με διφωσφονικά ή ακόμα και με οστεοαναβολικά φάρμακα προκειμένου να επιτευχθεί μια γρήγορη σταθεροποίηση της οστικής πυκνότητας και ουσιαστικά να μειωθεί ο κίνδυνος για περαιτέρω κατάγματα και χρόνιο πόνο.

Αυτός ο σπάνιος τύπος οστεοπόρωσης συνδέεται με την ευθραυστότητα του σκελετού και τα κατάγματα που προκύπτουν από αυτή οδηγώντας σε προβλήματα στις καθημερινές δραστηριότητες, ακόμη και στον θηλασμό.

Επομένως, πρέπει να ρυθμίζεται κατάλληλα όσο το δυνατόν νωρίτερα, όταν διαγιγνώσκεται.

 

Γιώργος Σάπκας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ορθοπεδικής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Διευθυντής της Ορθοπαιδικής Κλινικής του Metropolitan

Δημήτρης Δόβρης, Ορθοπαιδικός στο Νοσοκομείο Metropolitan

Γιώργος Κελάλης, Ορθοπαιδικόςστο Νοσοκομείο Metropolitan

Θεοχάρης Κάππος, Ορθοπαιδικός στο Νοσοκομείο Metropolitan

 

Η κήλη του δίσκου μπορεί να προκαλέσει σοβαρό πόνο στην μέση. Συχνά η κήλη μπορεί να πιέζει κάποιες νευρικές ρίζες και να προκαλεί πόνο και στα άκρα. Συνήθως τα συμπτώματα υποχωρούν στις επόμενες εβδομάδες. Παυσίπονα και φυσικοθεραπεία μπορούν να βοηθήσουν. Η χειρουργική επέμβαση είναι μια επιλογή όταν τα συμπτώματα επιμένουν.

Κατανοώντας την δομή της σπονδυλικής στήλης

Η σπονδυλική στήλη είναι ένα από τα πιο ισχυρά μέρη του σώματος μας. Αποτελείται από ξεχωριστά οστέϊνα σώματα (σπόνδυλοι) που ενώνονται μεταξύ τους με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους που την κάνουν ευλύγιστη. Περιβάλλεται από ισχυρούς μύες και συνδέσμους που την ενισχύουν και την προστατεύουν.
Ο νωτιαίος μυελός είναι μέρος του κεντρικού νευρικού συστήματος και βρίσκεται μέσα στην σπονδυλική στήλη που τον προστατεύει. Οι νευρικές ρίζες ξεκινούν από το νωτιαίο μυελό και μεταφέρουν ερεθίσματα από και προς τον εγκέφαλο.

Τι είναι κήλη δίσκου;

Ο μεσοσπονδύλιος δίσκος αποτελείται από δύο μέρη: τον πηκτοειδή πυρήνα και τον ινώδη δακτύλιο. Ο πηκτοειδής πυρήνας βρίσκεται εσωτερικά του δίσκου και έχει ζελατινοειδή σύσταση. Ο ινώδης δακτύλιος αποτελεί το εξωτερικό στρώμα του δίσκου το οποίο είναι σκληρότερο. Η κήλη του δίσκου είναι μέρος του πηκτοειδούς πυρήνα που διέρχεται μέσω μιας ρήξης του ινώδους δακτυλίου και προβάλλει προς τα έξω.

kili-diskou

Η κήλη του δίσκου μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε επίπεδο της σπονδυλικής στήλης αλλά η συνηθέστερη εντόπιση είναι η οσφυϊκή μοίρα.

Ποιοι μπορεί να έχουν μια κήλη δίσκου;

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει υποφέρει κάποτε από κάποιο επεισόδιο οσφυαλγίας. Σε κάτω από 1 στους 20 ασθενείς αυτό οφείλεται σε κήλη δίσκου. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για έναν απλό μυϊκό σπασμό. Από την άλλη πολλοί άνθρωποι (25-70%) μπορεί να έχουν κήλες δίσκων χωρίς να έχουν συμπτώματα. Πολλοί ασθενείς έρχονται αναστατωμένοι στο ιατρείο γιατί μια μαγνητική τομογραφία (MRI) έδειξε την ύπαρξη κάποιων δισκοκηλών. Η μαγνητική τομογραφία δεν αποτελεί ένδειξη για χειρουργείο εφόσον οι απεικονισμένες κήλες δεν συσχετίζονται με την κλινική εικόνα. Οι ενδείξεις της μαγνητικής τομογραφίας έχουν σημασία μόνο εφόσον συσχετίζονται με τα συμπτώματα.
Η συνηθέστερη ηλικία που θα αναπτυχθεί μια κήλη είναι μεταξύ των 30-50 ετών. Οι άνδρες υποφέρουν σε διπλάσια συχνότητα από τις γυναίκες.

Τι προκαλεί την κήλη του δίσκου;

Αν και δεν είναι γνωστή η αιτία της δισκοκήλης φαίνεται ότι υπάρχει μια γενετική προδιάθεση. Έτσι, σε κάποιους ανθρώπους η εξωτερική στοιβάδα του μεσοσπονδύλιου δίσκου (ινώδης δακτύλιος) είναι πιο αδύνατη και τείνει να ραγεί όταν εξασκούνται δυνάμεις, όπως κατά την άρση βαρέων αντικειμένων ή μια άγαρμπη κίνηση της σπονδυλικής στήλης.

Ποια είναι τα συμπτώματα της δισκοκήλης;

Οσφυαλγία

Ο πόνος συνήθως είναι σοβαρός και εντοπίζεται στην μέση. Ανακουφίζει η κλινήρης θέση και συνήθως χειροτερεύει κατά την προσπάθεια μετακίνησης, βηξίματος ή φταρνίσματος.

Ισχιαλγία

Όταν πιέζεται κάποια νευρική ρίζα ο πόνος μπορεί να αντανακλά στο ένα ή και στα δύο κάτω άκρα και συνήθως εντοπίζεται στη γλουτιαία χώρα, στην πρόσθια επιφάνεια του μηρού, στην πρόσθια επιφάνεια της κνήμης, στην γαστροκνημία, στην πρόσθια επιφάνεια του άκρου ποδιού και στο μεγάλο ή στα μικρά δάκτυλα του ποδιού (ανάλογα με το ποιά νευρική ρίζα πιέζεται).
Μπορούν επίσης να γίνουν αντιληπτά κάποια μουδιάσματα, βελονιάσματα ή καψίματα στα πόδια. Επίσης η μυϊκή ισχύς μπορεί να επηρεαστεί.

Ιππουριδική συνδρομή

Αυτή είναι μια σπάνια αλλά πολύ σοβαρή επιπλοκή της δισκοκήλης. Σε αυτή την περίπτωση συμβαίνει, εκτός από την οξεία οσφυαλγία, ακράτεια ούρων και κοπράνων, υπαισθησία στην περιοχή το περινέου και αδυναμία των κάτω άκρων. Αυτή η συνδρομή απαιτεί επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση πριν η δυσλειτουργία της ουροδόχου κύστης και του εντέρου γίνει μόνιμη. Αν διαπιστώσετε κάποια από αυτά τα συμπτώματα επικοινωνήστε αμέσως με τον γιατρό σας.

Ποια είναι η εξέλιξη μιας δισκοκήλης;

Στις περισότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Έρευνες, με διαδοχικές μαγνητικές, έχουν δείξει ότι η δισκοκήλη τείνει να συρρικνωθεί με την πάροδο του χρόνου. Μόνο σε 1 στους 10 ασθενείς μπορεί να επιμένει η συμπτωματολογία. Όταν τα συμπτώματα δεν υποχωρούν μετά από 6 εβδομάδες τότε μπαίνει και η ένδειξη για χειρουργική επέμβαση.

Χρειάζεται να κάνω κάποιες εξετάσεις;

Ο γιατρό σας μπορεί να διαγνώσει την δισκοπάθεια από το ιστορικό και την κλινική εξέταση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εφόσον υποχωρήσουν τα συμπτώματα σε λίγες εβδομάδες, δεν χρειάζονται παρακλινικές εξετάσεις.
Αντιθέτως όταν τα συμπτώματα επιμένουν τότε ο ακτινολογικός έλεγχος και η μαγνητική τομογραφία προσφέρουν πληροφορίες για την προεγχειρητική εκτίμηση του ασθενούς. Η αξονική τομογραφία δεν προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά τη δισκοκήλη γιατί είναι μια εξέταση πού δείχνει καλύτερα τα οστικά στοιχεία και όχι τα μαλακά μόρια που θέλουμε να δούμε. Παρόλ' αυτά η ελληνική νομοθεσία αναγκάζει να γίνεται η αξονική πριν την μαγνητική τομογραφία επιβαρύνοντας τον ασθενή με ακτινοβολία ίση με περίπου 400 ακτινογραφίες και επιβαρύνοντας το δημόσιο με μια εξέταση που δεν ενδείκνεται για τον συγκεκριμένο λόγο.

Πως αντιμετωπίζεται η κήλη δίσκου;

Ασκήσεις και διατήρηση των καθημερινών δραστηριοτήτων

Συνεχίστε τις καθημερινές σας δραστηριότητες όσο αυτό είναι δυνατό. Βέβαια στην αρχή μπορεί να είναι δύσκολο λόγω του έντονου πόνου. Παρόλ' αυτά μπορείτε να κινητοποιείστε σταδιακά όσο ο πόνος το επιτρέπει. Παλαιότερα συστήνονταν απόλυτος κλινοστατισμό ς μέχρι να υποχωρήσει ο πόνος, η μέθοδος όμως αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο δίσκος τρέφεται από την κίνηση και αυτό βοηθάει στην ανάρρωση. Ως κανόνα πρέπει απλώς να αποφύγετε τις κινήσεις που καταλαβαίνετε ότι ενοχλούν. Ασκήσεις ελεύθερου σώματος και ασκήσεις ενδυνάμωσης ραχιαίων και κοιλιακών μυών βοηθούν στην αποφυγή υποτροπής της δισκοκήλης.

Φαρμακευτική αγωγή

Τα παυσίπονα μπορεί να βοηθήσουν αλλά με την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσετε να προστατεύετε την μέση σας και δεν θα επιστρέψετε σε βαριές εργασίες πριν αναρρώσετε. Διαφορετικά μόλις περάσει η δράση του παυσίπονου θα επιστρέψει ο πόνος δριμύτερος. Τα παυσίπονα που θα σας χορηγήσει ο γιατρός σας μπορεί να είναι μόνο μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή συνδυασμοί αυτών με οποιοειδή και μυοχαλαρωτικά.

Φυσικοθεραπεία

Παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις η δισκοκήλη θα υποχωρήσει από μόνη της, η φυσικοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην γρηγορότερη ανάρρωση. Ένα σωστό πρόγραμμα αποκατάστασης προσαρμοσμένο στιν ανάγκες του κάθε ασθενή, βοηθάει όχι μόνο στην αντιμετώπιση του πόνου αλλά και τον εκπαιδεύει πως να εκτελεί με σωστό τρόπο τις καθημερινές δραστηριότητες ώστε να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής των συμπτωμάτων.

Επισκληρίδιος έγχυση

Όταν επιμένει ο πόνος υπάρχει η επιλογή της επισκληρίδιας έγχυσης τοπικού αναισθητικού και κορτιζόνης. Αυτή είναι αποτελεσματική μόνο στους μισούς ασθενείς, γίνεται μόνο για λόγους αναλγησίας αλλά δεν θεραπεύει την αιτία του πόνου και για αυτό η δράση της είναι παροδική.

Χειρουργική επέμβαση

Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να είναι ένδειξη για τους ασθενείς που επιμένει η συμπτωματολογία περισσότερο από 6 εβδομάδες. Ανάλογα με το πρόβλημα υπάρχουν διάφορες χειρουργικές τεχνικές. Στην περίπτωση μιας απλής δισκοκήλης αρκεί μια μικροδισκεκτομή που πραγματοποιείται με μικροσκόπιο ή μεγενθυντικούς φακούς (λούπες). Σε αυτή την περίπτωση από την επόμενη μέρα της επέμβασης μπορείτε να φύγετε από το νοσοκομείο και να επιστρέψετε στις δραστηριότητες σας. Όταν οι κήλες αφορούν περισσότερα από δύο επίπεδα ίσως χρειαστεί και σταθεροποίηση με σπονδυλοδεσία. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να μπούν υλικά (βίδες και μεταλλικές ράβδοι) και η ανάρρωση θα είναι πιο παρατεταμένη.

Ο σκοπός του χειρουργείου είναι να αφαιρεθεί το μέρος του δίσκου που πιέζει την νευρική ρίζα και να αφαιρεθεί ελάχιστη ποσότητα οστού ώστε να δίνει χώρο στα νεύρα. Η απλή μικροδισκεκτομή δεν προκαλεί αστάθεια της σπονδυλικής στήλης. Αυτή η επέμβαση είναι από τις πιο θεαματικές της ορθοπαιδικής με την έννοια ότι ο ασθενής ανακουφίζεται άμεσα. Όμως υπάρχει 10% πιθανότητα υποτροπής της κήλης στο ίδιο επίπεδο. Επίσης επειδή υπάρχει γενετική προδιάθεση δεν αποκλείεται να αναπτυχθούν κήλες και σε άλλα επίπεδα της σπονδυλικής στήλης.

Μπορώ στο μέλλον να αποφύγω άλλες υποτροπές δισκοκήλης;

Υπάρχει, όπως ήδη είπαμε, μια γενετική προδιάθεση για την ανάπτυξη δισκοκήλης και τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι δεν θα έχετε μια υποτροπή ή μια κήλη σε άλλο επίπεδο. Όμως η διατήρηση των καθημερινών σας δραστηριοτήτων και η τακτική γυμναστική χωρίς βάρη (pilates, yoga, aerobic, κολύμβηση, κ.ά) συμβάλλει στο να μειωθεί η πιθανότητα υποτροπής της δισκοκήλης. Επίσης οι ασκήσεις και γενικά η εκπαίδευση για την αντιμετώπιση των καθημερινών δραστηριοτήτων που μπορείτε να μάθετε σε ένα πρόγραμα φυσικοθεραπείας βοηθούν σημαντικά. Γενική αρχή είναι να «ακούτε το σώμα σας» και να αποφεύγετε να υποβάλετε τη μέση σας σε καταπονήσεις αλλά ταυτόχρονα να διατηρείτε τις δραστηριότητες σας.

 

 

Γράφει: Γιώτα Καφρίτσα, Διευθύντρια Γαστρεντερολογικού Τμήματος Ευρωκλινικής Παίδων

 

Η κοιλιοκάκη είναι μία χρόνια πάθηση του εντέρου, που εμφανίζεται σε άτομα με γενετική προδιάθεση μετά την κατανάλωση προϊόντων που περιέχουν γλουτένη.

Για πρώτη φορά τη νόσο περιέγραψε ο Έλληνας ιατρός Αρεταίος, ενώ κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διαγνώστηκαν αρκετά περιστατικά στην Ευρώπη. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η κοιλιοκάκη θεωρούνταν νόσος σπάνια στα παιδιά, με συχνότητα που υπολογιζόταν στο 1/4.000. Σήμερα, όμως, θεωρείται η πιο συχνή γενετικά προκαθορισμένη νόσος με συχνότητα 1/100 - 200 σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Ακόμα μεγαλύτερη συχνότητα της νόσου παρουσιάζουν συγκεκριμένες ομάδες ασθενών με άλλα νοσήματα, όπως τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, σύνδρομο Down ή σύνδρομο Turner, καθώς και οι συγγενείς ασθενών με κοιλιοκάκη. Στην Ελλάδα δεν γνωρίζουμε ακριβώς την πραγματική συχνότητα, όμως υπολογίζεται ότι πρέπει να είναι αντίστοιχη με αυτήν της υπόλοιπης Ευρώπης.

Η γλουτένη βρίσκεται κυρίως στα δημητριακά, δηλαδή σε ό,τι παράγεται από σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι. Η κοιλιοκάκη θεωρείται αυτοάνοση νόσος, στην οποία ο οργανισμός ύστερα από έκθεση στη γλουτένη ενεργοποιεί ανοσολογικούς μηχανισμούς οι οποίοι προκαλούν βλάβη στην επιφάνεια του λεπτού εντέρου, καταστρέφοντας τις λάχνες του και επηρεάζοντας τη σωστή απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών.

Συμπτώματα

Νεότερες εξελίξεις οδήγησαν στην κατανόηση της νόσου, η οποία καλύπτει φάσμα εκδηλώσεων κυρίως από το πεπτικό σύστημα, αλλά και εκδηλώσεις από άλλα συστήματα, ή, τέλος, είναι ασυμπτωματική.

Τα συμπτώματά της μπορεί να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία μετά την ένταξη της γλουτένης στο διαιτολόγιο. Παρουσιάζει 2 χρονικές «αιχμές»:

  • Παιδική ηλικία: 2 έτη.
  • Στις μεγαλύτερες ηλικίες: 40 έτη.

Τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία και στα παιδιά:

  • Στα βρέφη παρατηρούνται υποτροπιάζοντα συμπτώματα από το γαστρεντερικό.
  • Στις μεγαλύτερες ηλικίες τα συμπτώματα είναι άτυπα.

Μπορεί να υπάρχουν διαταραχές των κενώσεων, συχνότερα διαρροϊκές κενώσεις, σπανιότερα δυσκοιλιότητα, ανορεξία, απώλεια βάρους ή ανεπαρκής πρόσληψη βάρους, μετεωρισμός κοιλίας, μειωμένη σωματική ανάπτυξη, καθυστέρηση της ήβης, σιδηροπενική αναιμία, κοιλιακά άλγη, οστεοπενία, δερματίτιδα, διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας κ.ά.

Τελευταία όμως έχει βρεθεί ότι οι ασθενείς με τα παραπάνω κλινικά συμπτώματα αποτελούν την κορυφή μόνο του παγόβουνου, διότι οι περισσότεροι που παρουσιάζουν κοιλιοκάκη είναι ασυμπτωματικοί και παραμένουν αδιάγνωστοι επί σειρά ετών, με αποτέλεσμα να έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν τις μακροπρόθεσμες επιπλοκές της (σιδηροπενική αναιμία, οστεοπόρωση, υπογονιμότητα, λέμφωμα του εντέρου κ.ά.).

Διάγνωση

Η υποψία της νόσου τίθεται μετά την ανίχνευση των ειδικών αντισωμάτων στον ορό του ασθενούς. Τα αντισώματα έναντι της τρανσγλουταμινάσης ιστού (tTG) και του ενδομυΐου (ΕΜΑ) είναι πολύ ειδικά και ευαίσθητα για την ανίχνευσή της. Πρόσφατα έχουν αναπτυχθεί και νέες μέθοδοι, που αφορούν σε αντισώματα έναντι πεπτιδίων που παράγονται από απαμίνωση της γλοιαδίνης και αφορούν σε IgA και IgG αντισώματα (DGPtest). Παρ' όλα αυτά, τα θετικά αντισώματα από μόνα τους δεν αρκούν για την επιβεβαίωση της διάγνωσης της κοιλιοκάκης.

Η νόσος επιβεβαιώνεται με γαστροσκόπηση και με βιοψία του λεπτού εντέρου. Η εύρεση των χαρακτηριστικών αλλοιώσεων στον εντερικό βλεννογόνο και η κλινική ανταπόκριση του ασθενούς στη δίαιτα, συνοδευόμενη από την αρνητικοποίηση των ειδικών αντισωμάτων στον ορό και μόνο, θέτουν τη διάγνωση της κοιλιοκάκης.

Υπάρχει και γενετικός έλεγχος με μελέτη των αντιγόνων ιστοσυμβατότητας. Τα αποτελέσματα για το HLA-DQ2/DQ8 χρησιμεύουν για να βοηθήσουν στη διάγνωση της νόσου σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις.

Αντιμετώπιση

Η κοιλιοκάκη αντιμετωπίζεται με δίαιτα χωρίς γλουτένη εφ' όρου ζωής. Η τήρηση της δίαιτας φαίνεται πολύ δύσκολη αρχικά και χρειάζεται συνεργασία των ιατρών και των διαιτολόγων με την οικογένεια. Η δίαιτα περιλαμβάνει αποχή από τροφές που προέρχονται από τα σιτηρά, τη σίκαλη, το κριθάρι και τη βρώμη.

Υπάρχουν όμως σημαντικές πρακτικές δυσκολίες στην εφαρμογή της, καθότι η γλουτένη είναι πολύ διαδεδομένο συστατικό της δίαιτας, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η εφαρμογή της χωρίς γλουτένη, ιδιαίτερα όταν αυτή θα πρέπει να περιλάβει βιομηχανικά τυποποιημένες τροφές ή να καλύψει ανάγκες μεγαλύτερων παιδιών και εφήβων, που περνούν πολλές ώρες μακριά από το σπίτι.

Η γλουτένη είναι συστατικό πολύ κοινό σε τυποποιημένα τρόφιμα. Επιπλέον, είναι δυνατόν να «επιμολύνει» την τροφή σε οποιαδήποτε φάση της παρασκευής της. Μόνο η αναγραφή στην ετικέτα της συσκευασίας ότι το προϊόν είναι ελεύθερο γλουτένης εξασφαλίζει τον ασθενή.

  • Ενδεικτικά, απαγορεύονται τα προϊόντα που περιέχουν αλεύρι (ψωμί, φρυγανιές, μπισκότα, πίτσες, πίτες, γλυκά κ.ά.), τα ζυμαρικά, κάποια αλλαντικά, πολλά κονσερβοποιημένα προϊόντα, μερικά έτοιμα ροφήματα και κάποια από τα αλκοολούχα ποτά.
  • Επιτρέπονται όλα τα φρούτα, τα λαχανικά, τα φρέσκα κρέατα, ψάρια, πουλερικά, το γάλα και τα προϊόντα του, το καλαμπόκι, το ρύζι, το λάδι.

Στη διάθεση των ασθενών με κοιλιοκάκη υπάρχουν επίσης ειδικά προϊόντα ελεύθερα γλουτένης στα φαρμακεία. Η κλινική ανταπόκριση του ασθενούς στη δίαιτα είναι άμεση και τα κλινικά συμπτώματα υποχωρούν σε μερικές εβδομάδες, ενώ ο βλεννογόνος του εντέρου επανέρχεται στο φυσιολογικό μέσα σε 6 - 12 μήνες. Το σωματικό βάρος επανέρχεται και αυτό στο φυσιολογικό. Και το ίδιο ισχύει και με το ύψος, εφόσον η νόσος διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα πριν από την εφηβεία. Η δίαιτα χωρίς γλουτένη πρέπει να είναι αυστηρή και μόνιμη.

Μελλοντικές κατευθύνσεις υπάρχουν στην έρευνα και αφορούν στην ενζυμική θεραπεία με βακτηριακές ενδοπεπτιδάσες, φάρμακα όπως ανοσοτροποποιητές για την καταστολή της τρανσγλουταμινάσης. Επίσης, ελπιδοφόρα μπορεί να είναι και η εφαρμογή της βιοτεχνολογίας στην αγροκαλλιέργεια.

Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο μητρικός θηλασμός μειώνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη κοιλιοκάκης και ιδιαίτερα εάν τα σιτηρά εισαχθούν στο διαιτολόγιο του βρέφους κατά τη διάρκεια του μητρικού θηλασμού, κατά τον 6ο μήνα και όχι νωρίτερα από τους 5 ή αργότερα από τους 7 πρώτους μήνες της ζωής. Παράλληλα, έχει βρεθεί ότι στη μείωση της κοιλιοκάκης βοηθά και η πρόληψη των γαστρεντερικών λοιμώξεων στη βρεφική ηλικία.

Χρειάζεται ευαισθητοποίηση τόσο των ιατρών όσο και της κοινωνίας για την πρώιμη ανίχνευση των ατόμων που πάσχουν από τη συγκεκριμένη νόσο.

Απαραίτητη η συστηματική παρακολούθηση

Χρειάζεται σωστή ιατρική παρακολούθηση του ασθενούς κάθε 6-12 μήνες με:

  1. Κλινική εξέταση και καταγραφή της ανάπτυξης του παιδιού.
  2. Παρακολούθηση με έλεγχο των ειδικών αντισωμάτων για επιβεβαίωση και εξασφάλιση συμμόρφωσης στη δίαιτα.
  3. Έλεγχος για τυχόν ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων σχετιζόμενων με την κοιλιοκάκη ή άλλων επιπλοκών που σχετίζονται με διατροφικά ελλείμματα, όπως η οστεοπόρωση.

Συχνά οι ασθενείς δεν συμμορφώνονται στη δίαιτα χωρίς γλουτένη. Η καθυστερημένη διάγνωση, η αδιαφορία και η άγνοια, εξαιτίας της οποίας τα άτομα καταναλώνουν τρόφιμα με προσμίξεις χωρίς να το θέλουν, και τέλος η αντικειμενική δυσκολία της εφαρμογής συγκεκριμένου διαιτολογίου είναι τα κυριότερα αίτια.

Η μη συμμόρφωση, όμως, προκαλεί βλάβες στον βλεννογόνο του εντέρου, με άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση της επιφάνειας απορρόφησης θρεπτικών συστατικών. Τα κοινότερα προβλήματα που προκύπτουν είναι η οστεοπενία και η σιδηροπενία, ενώ στα παιδιά παρουσιάζεται καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι στα άτομα που δεν ακολουθούν τη δίαιτα είναι αυξημένος ο κίνδυνος εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων ή/και κακοήθειας, όπως το λέμφωμα του εντέρου.

 

Γιώτα Καφρίτσα
Διευθύντρια Γαστρεντερολογικού Τμήματος Ευρωκλινικής Παίδων

Γράφει: Mαντώ Κυπριανίδου, Γενική Ιατρός, Ευρωκλινική Αθηνών

 

Το hangover είναι το σύνολο δυσάρεστων συμπτωμάτων την επoμένη μιας ημέρας με μεγάλη λήψη αλκοόλ. Αρχικά η λέξη hangover, χρησιμοποιήθηκε τον 19ο αιώνα, για να περιγράψει μία ανεκπλήρωτη εργασία. Η έννοια «σύνδρομο επόμενης μέρας οινοπνευματοποσίας» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1904.

Τα ποιο συνηθισμένα συμπτώματα είναι πονοκέφαλος, έντονη δίψα, ναυτία, υπερσιαλόρροια -πιθανόν και εμετός-, υπερευαισθησία στο φως και το θόρυβο, διαταραχές ύπνου και διάθεσης. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί, μαζί με τα προαναφερθέντα, να συνυπάρχει διάρροια, έντονη καταβολή δυνάμεων, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, διαταραχές της συνειδήσεως με δυσκολία στην συγκέντρωση, καταθλιπτική διάθεση και υπνηλία που μπορεί να φθάσει μέχρι και το λήθαργο.

Τα συμπτώματα του hangover οφείλονται:

Στην αφυδάτωση. Η αιθανόλη αυξάνει την παραγωγή ούρων και έχει διουρητική δράση. Εκτός από την απώλεια νερού, έχουμε και απώλεια χρήσιμων ηλεκτρολυτών, όπως κάλιο και μαγνήσιο. Η αφυδάτωση είναι η κύρια αιτία του πονοκεφάλου, της κούρασης, της δίψας και του λήθαργου. Επίσης, η δράση του αλκοόλ στο στομάχι ευθύνεται για την υπερσιαλόρροια, τη ναυτία ή τον έμετο, τα οποία επιδεινώνουν την αφυδάτωση.
Στην υπογλυκαιμία. Κατά το μεταβολισμό της αιθανόλης από διάφορα ένζυμα μειώνεται η γλυκογένεση στο συκώτι. Παράλληλα, το αλκοόλ προκαλεί μεγάλη έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας. Από το συνδυασμό αυτών των διαδικασιών προκύπτει υπογλυκαιμία. Επειδή η γλυκόζη είναι η κύρια πηγή ενέργειας του εγκεφάλου, η έλλειψή της είναι υπεύθυνη για την κόπωση, τις διαταραχές συνείδησης και διάθεσης.
Στην αιθανολική δηλητηρίαση. Τα προϊόντα διάσπασης της αιθανόλης από τα ηπατικά ένζυμα είναι τοξικά, όπως η ακεταλδεϊνη, που ευθύνεται για μερικά από τα συμπτώματα του hangover και συγκεκριμένα για την έντονη εφίδρωση, τη ναυτία και τον έμετο. Ορισμένες ουσίες που χρησιμοποιούνται για να γλυκάνουν και να βελτιώσουν τη γεύση των ποτών πιθανόν να εντείνουν τα συμπτώματα του hangover λόγω της τοξικότητάς τους.
Στη μείωση των επιπέδων της βιταμίνης Β12 στο αίμα, λόγω της υπερβολικής λήψης αλκοόλ. Τα συμπτώματα του hangover διαρκούν από μερικές ώρες μέχρι και 2-3 ημέρες μετά την τελευταία λήψη αλκοόλ. Το πόσο έντονα είναι εξαρτάται από την ποσότητα αλκοόλης στο αίμα. Το πόσο γρήγορα θα ξεπεραστούν τα συμπτώματα εξαρτάται από τον οργανισμό μας και από το πόσο συνηθισμένοι είμαστε στο αλκοόλ.
Δεν υπάρχουν συνταγές θεραπείας του hangover. To μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε ώσπου ο οργανισμός μας να μεταβολίσει το αλκοόλ που ήπιαμε.

Ορισμένες συμβουλές για να αποφύγουμε το hangover:

  • Πρώτα απ' όλα, να μην πίνουμε υπερβολικές δόσεις αλκοόλ.
  • Να μην πίνουμε οινοπνευματώδη με άδειο στομάχι. Θα πρέπει, αντιθέτως, να έχουμε πάρει ένα καλό γεύμα προηγουμένως και να τρώμε κάτι και κατά τη διάρκεια της πόσης. Με αυτόν το τρόπο μεγαλώνουμε το χρόνο απορρόφησης του αλκοόλ στο λεπτό έντερο και επίσης αποφεύγουμε την υπογλυκαιμία. Τα φρούτα είναι ιδιαιτέρως ευεργετικά.
  • Να έχουμε πιει άφθονο νερό πριν, έτσι ώστε ο οργανισμός μας να είναι ενυδατωμένος. Ενδιάμεσα θα πρέπει να πίνουμε ένα ποτήρι νερό για κάθε ποτήρι αλκοόλ που καταναλώνουμε.
  • Η λήψη 50mg βιταμίνης Β6 πριν και 50mg της ίδιας βιταμίνης κατά τη διάρκεια της οινοπνευματοποσίας βοηθά να μειωθούν τα συμπτώματα.
  • Συνιστάται η κατανάλωση μόνο ενός είδους ποτού. Καλό είναι να αποφεύγονται τα κοκτέιλ και τα σκουρόχρωμα ποτά, τα οποία περιέχουν περισσότερες γλυκαντικές ουσίες.
  • Πριν πάμε για ύπνο, θα πρέπει να καταναλώσουμε μεγάλη ποσότητα νερού, 50mg Βιταμίνης Β6 και ένα ελαφρύ σνακ ώστε να αποφύγουμε την υπογλυκαιμία κατά τη διάρκεια της νύκτας.

Αν, παρ' όλα αυτά, δεν καταφέρουμε να αποφύγουμε το hangover, την επομένη καλό είναι να κοιμηθούμε όσο το δυνατόν περισσότερο και να καταναλώσουμε όσο περισσότερο νερό γίνεται, μαζί με χυμούς φρούτων και ποτά με ηλεκτρολύτες. Καλό είναι να αποφύγουμε τον καφέ, διότι είναι διουρητικός και εντείνει την αφυδάτωση. Η λήψη αντιόξινων βοηθά να μειωθούν τα στομαχικά ενοχλήματα, ενώ ένα ήπιο αναλγητικό είναι χρήσιμο για τον πονοκέφαλο. Ένα πρωινό πλούσιο σε πρωτεΐνες και υδατάνθρακες (π.χ., φρυγανισμένο ψωμί με μέλι και αβγά, τα οποία περιέχουν κυστεϊνη, που βοηθά στην αποτοξίνωση του οργανισμού) είναι ό,τι καλύτερο για την υπογλυκαιμία.

Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, τα βιταμινούχα συμπληρώματα -κυρίως σύμπλεγμα βιταμινών Β- μαζί με αμινοξέα είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να προτείνουμε σε κάποιον που αντιμετωπίζει τα συμπτώματα του hangover. Εννοείται πως το καλύτερο από όλα είναι να μην πίνουμε πολύ αλκοόλ και, κυρίως, να μην πίνουμε περισσότερο από όσο αντέχουμε.

 

Mαντώ Κυπριανίδου
Γενική Ιατρός
Ευρωκλινική Αθηνών

Οι σταφυλόκοκκοι είναι gram θετικοί κόκκοι, που σχηματίζουν βοτρυοειδείς (σα σταφύλι) συστάδες. Είναι ικανοί για μακρά επιβίωση υπό ποικίλες συνθήκες. Διακρίνονται αδρά στους σταφυλοκόκκους που παράγουν πηκτινάση (staphylococcus aureus) και στους σταφυλοκόκκους, που είναι αρνητικοί για πηκτινάση (coagulase negative staphylococci).

O κύριος σταφυλόκοκκος που αποικίζει τα ούρα προκαλώντας φλεγμονές είναι ο σταφυλόκοκκος saprophyticus, που ανήκει στους coagulase negative σταφυλόκοκκους. Ο σταφυλόκκος αυτός διακρίνεται για την αυξημένη ικανότητά του να προσκολλάται στα ουροθηλιακά κύτταρα. Οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην προσβολή από το μικρόβιο. Συνηθέστερα πρόκειται για νέες γυναίκες έως 28 ετών.

Αναλόγως της θέσεως προσβολής του ουροποιητικού, μπορεί να εμφανιστεί τσούξιμο κατά την ούρηση, συχνουρία, πυρετός, δέκατα, ναυτία, κοιλιακός πόνος, εμετός ( συμπτωματικές ουρολοιμώξεις). Ενδέχεται όμως να μην υπάρχει κανένα σύμπτωμα και σημεία φλεγμονής (π.χ. πύο ή αίμα στα ούρα) να διαπιστώνονται μόνο μετά από εξέταση ούρων (ασυμπτωματικές ουρολοιμώξεις).

Κατά την ιατρική εξέταση:

1. Πρέπει να εντοπιστούν και να εκριζωθούν παράγοντες που συντελούν στην γένεση της φλεγμονής (π.χ. κακές συνθήκες υγιεινής, αυξημένο σάκχαρο, διαταραχές του ανοσοποιητικού).

2. Πρέπει να χορηγηθεί η κατάλληλη αγωγή πλήρους και αποτελεσματικής εκρίζωσης.

Σήμερα υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία. Η αγωγή πλήρους και αποτελεσματικής εκρίζωσης είναι απαραίτητη για την αποτροπή εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών (π.χ. λοίμωξη του νεφρού, νεφρική βλάβη).

Σε ορισμένες, περιπτώσεις, υπάρχει αντοχή σε αρκετά αντιβιοτικά και αυτό απαιτεί ειδικούς χειρισμούς. Το είδος της αντοχής έχει σχέση με το παθογόνο αλλά και με το είδος και την ποσότητα των αντιβιοτικών που έχουν χρησιμοποιηθεί από το άτομο και χρησιμοποιούνται στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή που ευρίσκεται το άτομο. Η μελέτη του profile ευαισθησίας του παθογόνου σε αντιβιοτικά είναι σημαντική κατά την εφαρμογή της αγωγής πλήρους και αποτελεσματικής εκρίζωσης.

 

 

 

Στην αναιμία μειώνεται η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης του αίματος και ο αιματοκρίτης τα οποία σε άντρες και γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας είναι αντιστοίχως κάτω από 13.5g/dl με Ht κάτω από 40% και κάτω από 11.5 g/dl με Ηt κάτω από 36%, στις γυναίκες. Αναιμία επίσης έχουμε όταν παρατηρείται πτώση αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη από τα συνήθη ή τα ικανοποιητικώς ανεκτά για ένα δεδομένο άτομο επίπεδα, ακόμη και εάν διατηρούνται στα πλαίσια των φυσιολογικών διακυμάνσεων. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να αξιολογούνται συγκριτικά οι εξετάσεις και επομένως να φυλάσσονται μετά την έκδοσή τους.

Τα άτομα που εμφανίζουν αναιμία παρουσιάζουν κακή αιμάτωση, φαινόμενο που μπορεί να εκδηλώνεται με συμπτώματα όπως εύκολη κόπωση, ζάλη, ταχυκαρδία, ατονία, διαταραχές αναπνοής. Ενδέχεται να μην υπάρχουν συμπτώματα. Ένα σύνηθες λάθος που γίνεται από άτομα χωρίς συμπτώματα, στα οποία ανευρίσκεται αναιμία στο check up, είναι η αναβολή της ιατρικής εξέτασης. Η αναιμία όμως επιβάλλει πάντα σωστή ιατρική αξιολόγηση, διότι μπορεί να οφείλεται σε σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, που πρέπει να διαγνωστούν άμεσα όπως καρκινώματα, ηπατικά νοσήματα, νοσήματα μυελού των οστών, γαστρεντερικά νοσήματα, μυέλωμα. Υπάρχουν περιπτώσεις που η διαταραχή του αιματοκρίτη οφείλεται σε απλές καταστάσεις όπως ιογενή νοσήματα. Πρέπει λοιπόν να αποφεύγεται η πραγματοποίηση απλών εξετάσεων check up κατά την διαδρομή οξέων εμπύρετων νοσημάτων ή ασυνήθιστων για τον οργανισμό καταστάσεων.

Η αναιμία μπορεί να συνδέεται με έλλειψη θρεπτικών αιμοποιητικών ουσιών όπως σιδήρου, βιταμίνης Β12 και φυλλικού οξέως. Στις περιπτώσεις αυτές η ενίσχυση του οργανισμού με τις ουσίες που απουσιάζουν είναι πολλές φορές απαραίτητη.

Η αναιμία που οφείλεται σε έλλειψη σιδήρου χωρίς άλλες παθολογικές διαταραχές είναι συχνή στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και στα κορίτσια κατά την εφηβεία λόγω των απωλειών σιδήρου κατά την έμμηνο ρήση. Ο σίδηρος υπάρχει σε πολλά τρόφιμα όπως στο κόκκινο κρέας, στα αυγά, στα όσπρια, στη σόγια, στο πιτυρούχο ψωμί, στο σπανάκι, στο κουνουπίδι, στις ελιές, στους ξηρούς καρπούς, στο φύτρο σταριού. Ο σίδηρος των φυτικών τροφών μεταβολίζεται πιο δύσκολα.

 

Τι είναι ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης

Είναι το είδος του καρκίνου πού αναπτύσσεται στα κύτταρα του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστης. Είναι ή δεύτερη σε συχνότητα νεοπλασία του ουροποιητικού συστήματος, με περισσότερες από 200.000 νέες διαγνώσεις και πάνω από 100.000 θανάτους κάθε χρόνο. Η αναλογία νέων περιπτώσεων πού παρουσιάζονται στα δύο φύλλα, ανδρών γυναικών είναι 3:1. Συνήθως παρουσιάζεται στα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προσβάλλει και τά νεώτερα άτομα. Στο μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων με την νόσο, ή διάγνωση γίνεται στα πρώτα στάδια όπου και ή θεραπεία είναι ουσιαστική και τά αποτελέσματα θετικά. Όμως είναι μια νόσος με συχνές υποτροπές, οπότε οί συστάσεις των ουρολόγων είναι ή παρακολούθηση σε τακτικά χρονικά διαστήματα για αρκετά χρόνια μετά την πρώτη χειρουργική εξαίρεση τους, για τον λόγο της έγκαιρης ανίχνευσης τους και βέβαια και της άμεσης αντιμετώπισης τους.

Τι συμπτώματα έχει ή ασθένεια

  • Αίμα στα ούρα (Αιματουρία). Μπορεί να είναι μικροσκοπική (δηλαδή να ανιχνεύεται μόνο με την ανάλυση ούρων) ή να είναι μακροσκοπική (δηλαδή τά ούρα να παρουσιάζονται με χρώμα σκούρο κίτρινο, κόκκινο βαθύ ή και σκούρο καφέ).
  • Συχνουρία. Ή ούρηση να είναι αρκετά συχνή, δηλαδή ενώ ή φυσιολογική συχνότητα είναι περίπου 3-5 φορές την ημέρα, αρχίζουμε να πηγαίνουμε τακτικά στην τουαλέτα, χωρίς απαραίτητα να έχουμε άλλα ενοχλήματα.
  • Άλγος ούρησης. Στην αρχή ή κατά την διάρκεια της ούρησης να έχουμε την αίσθηση του πόνου.
  • Ουρολοιμώξεις. Έχουμε αρκετές φορές επεισόδια οξείας ουρολοίμωξης και τά οποία γενικά επικαλύπτουν την όποια υποψία για την ύπαρξη της νόσου.
  • Άλγος χαμηλά στην κοιλιακή χώρα. Αίσθηση βάρους ή πόνου στην υπερηβική περιοχή, ακόμα και μετά την ούρηση παρά το γεγονός ότι μπορεί να έχει αυξομειώσεις στην ένταση.
  • Άλγος χαμηλά στην σπονδυλική στήλη. Είναι αίσθηση πόνου μέτριας ή μεγαλύτερης έντασης πού κορυφώνεται συνήθως πρίν από την ούρηση και μειώνεται αισθητά μετά το τέλος της ούρησης, για να αρχίσει και πάλι μετά από λίγη ώρα.

Ποια είναι τα αίτια της ασθένειας

Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καθίσταται δυνατόν να αποσαφηνισθεί ποιοι είναι οί παράγοντες πού οδήγησαν στην ασθένεια. Πάντως φαίνεται ότι το κάπνισμα, οί χρόνιες φλεγμονές της κύστης, οι παρασιτικές λοιμώξεις, ή ακτινοβολία και ή έκθεση σε χημικές ουσίες , ευνοούν την εμφάνιση αλλά και την ανάπτυξη της νόσου. Κάποια στιγμή στις φάσεις της ανάπτυξης και της διαίρεσης των κυττάρων της κύστεως, ή επίδραση των ανωτέρω παραγόντων μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στο γεννητικό υλικό και να οδηγήσει σε εμφάνιση νεοπλασματικών ιστών με εξέλιξη σε καρκινωματώδη όγκο,  εξω από κάθε κανόνα ρύθμισης αναπαραγωγής και ανάπτυξης των κυττάρων.

Οι τύποι καρκίνου της ουροδόχου κύστεως είναι ανάλογα με το ποια κύτταρα είναι αυτά πού υπόκεινται στις νεοπλασματικές αλλοιώσεις και αρχίζει να εξελίσσεται το φαινόμενο, καθορίζοντας έτσι και ποια θεραπεία μπορεί να δουλέψει καλύτερα για το άτομο. Σύμφωνα λοιπόν με το ποιο κύτταρο της κύστης προσβάλλεται πρώτο έχουμε τους ακόλουθους τύπους καρκίνου:

  • Καρκίνωμα μεταβατικού επιθηλίου. Είναι ο καρκίνος πού προέρχεται απο τα κύτταρα του πλέον εσωτερικού στρώματος του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστεως, είναι αυτά πού με την λειτουργία τους επιτρέπουν στην κύστη να συρρικνώνεται όταν αδειάζει και να διατείνεται όταν γεμίζει από ούρα και είναι αυτά πού καλύπτουν επίσης το εσωτερικό του ουρητήρα αλλά και της ουρήθρα. Είναι ό καρκίνος πού ανευρίσκεται στο πλείστο των περιπτώσεων τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική.
  • Πλακώδες καρκίνωμα. Εμφανίζεται συνήθως μετά από χρόνιες φλεγμονές και ερεθισμό του κυστικού τοιχώματος και είναι σχετικά σπάνιος στις χώρες της Ευρώπης και Αμερικής. Η εμφάνιση του είναι συχνή στις χώρες πού ευδοκιμούν οί φλεγμονές της ουροδόχου κύστεως με αιτιολογικό παράγοντα το παράσιτο πού λέγεται σχιστόσωμα. Είναι γενικά καρκίνοι αργής ανάπτυξης.

Ποιοι είναι οι παράγοντες πού ενέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου

Δεν είναι ξεκάθαρο τι είναι αυτό πού προκαλεί την ασθένεια όμως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες πού αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου και είναι:

  • Ηλικία. Σπάνια εμφανίζεται ο καρκίνος σε νέους ανθρώπους με ηλικία κάτω των 40 ετών. Αντίθετα συνήθως προσβάλλει τά άτομα με ηλικίες πάνω από τά 55-60 έτη.
  • Χρώμα δέρματος. Στην μεγάλη πλειονότητα προσβάλλει την λευκή φυλή ενώ τά ποσοστά εμφάνισης στους έγχρωμους είναι πολύ μικρότερα.
  • Φύλλο. Κυρίως εμφανίζεται στους άνδρες πολύ περισσότερο σε σχέση με τις γυναίκες.
  • Κάπνισμα. Φαίνεται ότι το κάπνισμα τσιγάρων ή πίπας αυξάνει τά ποσοστά εμφάνισης της νόσου, λόγω της αυξημένης και διαρκούς επίδρασης των προϊόντων του καπνού στο ουροποιητικό σύστημα από το οποίο και αποβάλλονται, αλλά ή επίδραση τους μέχρι τότε είναι άκρως επιβαρυντική για τά κύτταρα της ουροδόχου κύστεως.
  • Έκθεση σε χημικές ουσίες. Εργάτες σε εργοστάσια με διάφορα χημικά ,όπως χρώματα, υλικά βαφής, λάστιχα, δέρματα κ.λπ. και επαγγελματίες πού έρχονται σε συνεχή επαφή λόγω αυξημένης χρήσης τέτοιων υλικών στην εργασία τους, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της ασθένειας, ιδίως όταν συνδυάζεται και με το κάπνισμα.
  • Προηγούμενες χημειοθεραπείες ή ακτινοβολίες. Ασθενείς με άλλους καρκίνους που έχουν υποβληθεί σε χημειοθεραπείες με το σκεύασμα της κυκλοφωσφαμίδης διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου κύστεως λόγω της άκρως ερεθιστικής επίδρασης του φαρμάκου στον κυστικό βλεννογόνο. Επίσης τα άτομα πού έχουν υποστεί ακτινοβολίες στην περιοχή της πυέλου για καρκίνους των γεννητικών οργάνων στις γυναίκες ή του προστάτου στους άνδρες έχουν αυξημένα ποσοστά εμφάνισης της νόσου.
  • Χρόνια φλεγμονή της ουροδόχου κύστεως. Χρόνιες ή και υποτροπιάζουσες φλεγμονές ή οξείες συχνά επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις της ουροδόχου κύστεως , μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση νεοπλασματικής εξαλλαγής του επιθηλίου, κυρίως όταν μείνουν χωρίς ουσιαστική θεραπεία ή και όταν συνδυάζονται και με άλλες ασθένειες γενικού χαρακτήρα (ζαχαρώδη Διαβήτη, ασθένειες συνδετικού ιστού), χρόνια επίσχεση ουρων με μόνιμο καθετήρα ή παρασιτική λοίμωξη με το σχιστόσωμα ή άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες (κάπνισμα, αλκοόλ, εργασιακό περιβάλλον κ.λπ.) πού μειώνουν την αντίσταση του οργανισμού ή ασκούν συνεχή ερεθιστική επίδραση στο ουροθήλιο.
  • Προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό. Εάν είχες στο παρελθόν πρόβλημα με καρκίνο κύστεως, έχεις αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσεις ξανά την νόσο. Εάν έχεις πρόσωπα στο οικογενειακό περιβάλλον με καρκίνο κύστης, έχεις περισσότερες πιθανότητες από κάποιο άλλο άτομο να προσβληθείς από την ασθένεια, αν και είναι σχετικά πιο σπάνιο σε σχέση με άλλες ασθένειες να παρουσιάζεται με κληρονομικό χαρακτήρα. Ύπαρξη μιάς κληρονομικής νόσου μη πολυποειδούς καρκίνου του παχέως εντέρου (Lynch syndrome), μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου στο ουροποιητικό σύστημα όπως επίσης και στο παχύ έντερο, την μήτρα, τις ωοθήκες ή και σε άλλα όργανα.

Ποιες είναι οι επιπλοκές της νόσου

  • Συχνές υποτροπές. Ο καρκίνος την κύστεως έχει την τάση να επανεμφανίζεται αρκετά συχνά ,ακόμα και εάν έχει γίνει μια αρχική πολύ καλή αντιμετώπιση.
  • Υποτροπή με αυξημένη κακοήθεια. Σε αρκετές περιπτώσεις όταν επανεμφανίζεται ό ιστολογικός έλεγχος μπορεί να δείξει αλλαγή των χαρακτηριστικών του σε μεγαλύτερο βαθμό κακοήθειας, στοιχείο πού πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς στον σχεδιασμό της θεραπευτικής αντιμετώπισης του.
  • Ανεπιτυχή αρχική αξιολόγηση του σταδίου. Συνήθως ή αρχική αντιμετώπιση ενός συχνά ευρισκόμενου θηλωματώδους όγκου, είναι ή διουρηθρική εκτομή του. Όμως δεν είναι λίγες οί περιπτώσεις όπου ή ανεπιτυχής ριζική αφαίρεση της αρχικής καρκινικής βλάβης μπορεί νά αφήσει υπολειμματική νόσο, που σίγουρα δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί ουσιαστικά μόνο, μέσα από τις ενδοκυστικές χημειοθεραπείες πού ενδεχομένως θα γίνουν μετά την επέμβαση. Ετσι μπορεί να χαθεί πολύτιμος χρόνος μέχρι την επόμενη ανίχνευση της νόσου μέσα από την μετεγχειρητική παρακολούθηση ή την εμφάνιση νέων συμπτωμάτων και να χρειασθεί πλέον να εφαρμοσθεί μια εντελώς διαφορετική θεραπεία (δηλ. αντι διουρηθρικής εκτομής να χρειασθεί ολική αφαίρεση της κύστης, ήτοι ριζική κυστεκτομή).

Πώς γίνεται η διάγνωση της νόσου

Υπάρχουν μια σειρά από εξετάσεις πού θα πρέπει να γίνονται προκειμένου να μας οδηγήσουν στην διάγνωση της νόσου όπως:

  • Υπερηχογραφικός έλεγχος. Ο έλεγχος συνήθως ξεκινά με ένα απλό υπερηχογράφημα του ουροποιητικού συστήματος που πιθανά θα καταδείξει τον όγκο στην κύστη και θα μας πληροφορήσει για την ενδεχόμενη επίδραση του στη νεφρική λειτουργία. Στήν περίπτωση πού έχουμε διήθηση τού ενός ουρητηρικού στομίου, είναι δυνατόν να προκύψει διάταση του πυελοκαλυκικού συστήματος του σύστοιχου νεφρού (υδρονέφρωση).
  • Κυστεοσκόπηση. Αυτή πραγματοποιείται με την είσοδο λεπτού εργαλείου διά μέσου της ουρήθρας και με την χρήση ειδικών φακών με οπτικές ίνες γίνεται ή λήψη της εικόνας και ή μεγέθυνση της στο μόνιτορ όπου εξετάζονται με λεπτομέρεια όλα τά τμήματα της ουροδόχου κύστεως για τυχόν ύπαρξη αλλοιώσεων χρόνιων φλεγμονών, μικρολιθιάσεων , εκκολπωμάτων και φυσικά για εμφάνιση καρκινικών βλαβών.
  • Βιοψία κυστικού ουροθηλίου. Ο καρκίνος της κύστης μπορεί να απεικονίζεται με σαφή εικόνα, κυρίως όταν έχουμε να κάνουμε με θηλωματώδεις όγκους, αλλά μερικές φορές εμφανίζεται με άτυπες μορφές ερυθηματώδους περιοχής μικρότερης ή και εκτεταμένης ή και σαν αποπεπλατυσμένη διόγκωση του βλεννογόνου ,πού σημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθούν δείγματα τόσο από τις συγκεκριμένες περιοχές όσο και από άλλα τμήματα της κύστεως προκειμένου να βεβαιωθούμε για την ύπαρξη κάποιας βλάβης ή να αποκλείσουμε κάποια διάγνωση.
  • Κυτταρολογική εξέταση των ούρων. Αυτή ή εξέταση αναφέρεται σε λήψη δείγματος ούρων για κυτταρολογική παρατήρηση. Είναι καλύτερο να γίνεται με την χρήση μικρού καθετήρα πού εισάγεται στην ουροδόχο κύστη και με ειδικούς χειρισμούς μέσω μιάς ειδικά προσαρμοσμένης σύριγγας λαμβάνονται ούρα μετά από έκπλυση της κύστης. Ή λήψη τριών (3) δειγμάτων ούρων με τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο μέσα σε λίγες ημέρες, δηλαδή ανά 2 ή 3 ημέρες αυξάνει σε σημαντικό βαθμό- θετικά αποτελέσματα στο 75-80%- τις πιθανότητες εύρεσης καρκινικών κυττάρων, μειώνοντας τις πιθανότητες για ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Αντίθετα ή απλή λήψη δειγμάτων ούρων ενέχει σε σημαντικό βαθμό τον κίνδυνο να ξεφύγει ή διάγνωση αφού ή ικανότητα ανεύρεσης νεοπλασματικών κυττάρων δεν ξεπερνά το 40-50%.
  • Ανίχνευση καρκινικών δεικτών στα ούρα. Η ύπαρξη δεικτών στα ούρα βοηθά στη διάγνωση του καρκίνου από μεταβατικό επιθήλιο. Το αντιγόνο του όγκου της κύστης (BTA bladder tumor antigen) ανιχνεύει ουσίες που εκκρίνονται από το εξωκυττάριο στρώμα όταν υπάρχει καρκίνος της κύστης. Δυστυχώς το BTA δεν έχει σημαντική ευαισθησία στο να ανιχνεύει χαμηλού βαθμού κακοήθειας όγκους. Το NMP22 παράγεται από τη μιτωτική πρωτεινική μηχανή της πυρηνικής ουσίας των κυττάρων. Η ευαισθησία του NMP22 στην ανίχνευση του χαμηλού βαθμού κακοήθειας όγκων είναι μεγαλύτερη από αυτή του BTA ή της κυτταρολογικής των ούρων, περίπου 70%. Η τελομεράνη είναι ένζυμο (ριβοσωματική πρωτείνη) υπεύθυνη για την παραγωγή των αλληλουχιών του DNA που προστατεύουν τα ακραία τμήματα των χρωμοσωμάτων από τυχόν μεταλλάξεις κατά την διάρκεια τού αναδιπλασιασμό τους. Η συνολική ευαισθησία της στην ανίχνευση όγκων του ουροθηλίου είναι 80%.
  • Απεικονιστικές εξετάσεις. Με ενδοφλέβια πυελογραφία μπορεί να γίνει μια επιπλέον ανατομική και λειτουργική εξέταση του ουροποιητικοί συστήματος. Επίσης με αξονική τομογραφία γίνεται καλύτερη απεικόνιση τόσο του ουροποιητικού συστήματος όσο και των παρακείμενων οργάνων.

Πώς γίνεται η σταδιοποίηση της νόσου

Όταν γίνει ή διάγνωση του καρκίνου στη κύστη,  ακολουθεί μια σειρά εξετάσεων για αξιολόγηση της επέκτασης της νόσου, απαραίτητη για τον σχεδιασμό της θεραπευτικής αντιμετώπισης. Ο ι εξετάσεις πού μπορεί να γίνουν με αυτό το στόχο είναι:
  • Αξονική τομογραφία (CT scan)
  • Μαγνητική τομογραφία (MRI)
  • Σπινθηρογράφημα οστών (Bone scan)
  • Ακτινογραφία θώρακος (Chest scan)

Τα στάδια της νόσου είναι τα ακόλουθα

  • Στάδιο 0. Ο καρκίνος εντοπίζεται στην επιφάνεια του ουροθηλίου είτε με την μορφή θηλώδους εξωφυτικού όγκου(στάδιο 0) είτε με την μορφή επίπεδης βλάβης (στάδιο 0is- Cancer in situ)
  • Στάδιο 1. Ο καρκίνος εντοπίζεται στο εσωτερικό της κύστης και διηθεί την εσωτερική στιβάδα τού βλεννογόνου.
  • Στάδιο 2. Ο καρκίνος διηθεί βαθύτερα και καταλαμβάνει μικρό ή μεγαλύτερο πάχος του μυϊκού χιτώνα, σε κάθε περίπτωση όμως είναι περιορισμένος στην κύστη.
  • Στάδιο 3. Σε αυτό το στάδιο ο καρκίνος έχει επεκταθεί έξω από την ουροδόχο κύστη στους παρακείμενους ιστούς πού μπορεί να είναι το περικυστικό λίπος, μπορεί να διηθεί τον προστάτη στον άνδρα ή την μήτρα στην γυναίκα.
  • Στάδιο 4. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε διαφυγή των καρκινικών κυττάρων στους λεμφαδένες της πυέλου ή σε παρεγχυματικά όργανα όπως οι πνεύμονες, τα οστά ή το συκώτι.

Θεραπευτικές επιλογές

Η αντιμετώπιση της ασθένειας λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες πού βέβαια οι κυριότεροι είναι τόσο ο τύπος του καρκίνου, το στάδιο πού ευρίσκεται αλλά δεν παραγνωρίζει και άλλους παράγοντες όπως την γενική κατάσταση της υγείας του ατόμου, καθώς και τις επιθυμίες του όταν του προσφέρονται εναλλακτικές λύσεις.

1. Χειρουργική θεραπεία

1α. Χειρουργική θεραπεία στο πρώιμο στάδιο (επιφανειακός καρκίνος κύστεως). Εάν ή καρκινική βλάβη είναι μικρή ή είναι επιφανειακή δηλαδή δεν έχει διηθήσει το μυϊκό τοίχωμα της κύστης, υπάρχουν 2 δυνατότητες παρέμβασης:

  • Χειρουργική απομάκρυνση του όγκου. Αυτό επιτυγχάνεται με την εισαγωγή κάτω από ραχιαία νάρκωση ειδικού εργαλείου μέσα από την ουρήθρα, στην ουροδόχο κύστη και με την βοήθεια μιάς αγκύλης και την χρήση ηλεκτρικού ρεύματος γίνεται εκτομή του όγκου, όσο πιο βαθειά είναι δυνατόν προκειμένου να συμπεριλάβουμε και μυϊκό ιστό στο εξαιρεθέν υλικό για ιστολογική εκτίμηση και σταδιοποίηση της νόσου. Συνήθως ή μετεγχειρητική πορεία είναι άριστη αλλά σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει ένας ερεθισμός στην κύστη και κάποια μικροενοχλήματα στην ούρηση πού διαρκούν λίγες ημέρες.Δέν συστήνεται ή απομάκρυνση της βλάβης να γίνει με την χρήση λέιζερ, διότι ό ιστός καίγεται και δεν μπορεί να ληφθεί δείγμα για εξέταση και να γίνει σταδιοποίηση της νόσου. Προσφέρει καλύτερη μετεγχειρητική πορεία αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την ανεπάρκεια λήψης ιστού, με έλλειψη πλέον καλής αξιολόγησης του καρκίνου.
  • Χειρουργική απομάκρυνση του όγκου και ενός μικρού τμήματος της ουροδόχου κύστεως. Εδώ γίνεται μια τμηματική αφαίρεση του τοιχώματος της κύστεως πού εμπεριέχει την βλάβη ή άλλως μερική κυστεκτομή, χωρίς βέβαια ή εξαίρεση αυτού του τμήματος να προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην λειτουργική ικανότητα της ούρησης για τον ασθενή. Αποτελεί μια διαδικασία περισσότερο επεμβατική από την προηγούμενη, όμως σε αρκετές περιπτώσεις απαλλάσσει το άτομο από περαιτέρω προβλήματα. Ενδεχομένως ή μερική κυστεκτομή να συνοδεύεται από περισσότερα μετεγχειρητικά ενοχλήματα πού έχουν να κάνουν κυρίως με αυξημένη συχνότητα ούρησης –συμβαίνει συνήθως στα αρχικά στάδια μετά την επέμβαση- λόγω του ότι μειώνεται ή χωρητικότητα της, αλλά αυτό είναι κάτι πού μειώνεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου.

1β. Χειρουργική θεραπεία στον διηθητικό καρκίνο κύστεως

Εδώ έχουμε καρκινικά κύτταρα πού έχουν προσβάλλει το μυϊκό τοίχωμα της κύστης και οι επιλογές μας λιγοστεύουν όταν θέλουμε να προσφέρουμε ουσιαστικό αποτέλεσμα στην θεραπεία πού σκοπεύουμε να εφαρμόσουμε. Ετσι η μόνη επιλογή για ριζική αντιμετώπιση είναι ή απομάκρυνση όλης της ουροδόχου κύστης.

  • Χειρουργική αφαίρεση της ουροδόχου κύστης με σχηματισμό ορθότοπης εγκρατούς νεοειλεοκύστης. Αποτελεί την θεραπεία επιλογής για τους διηθητικούς ή και τους πολύ επιθετικούς καρκίνους όταν οι άλλες θεραπευτικές επιλογές έχουν αποτύχει και σημαίνει την ολική αφαίρεση της ουροδόχου κύστης σε συνδυασμό με πυελική λεμφαδενεκτομή. Στον άνδρα επιπλέον αφαιρούνται  προστάτης μαζί με τις σπερματοδόχους κύστεις, ενώ μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην διατήρηση των νεύρων της στύσης κατά την επέμβαση, προκειμένου να μην επηρεαστεί ιδιαίτερα ή σεξουαλική ζωή του. Στις γυναίκες συνδυάζεται με την αφαίρεση της μήτρας, των ωοθηκών και μέρους του κόλπου, πράγμα που μπορεί σε νέα άτομα να επιφέρει όλες τις επιπτώσεις της πρόωρης εμμηνόπαυσης. Στην θέση της ουροδόχου κύστης τοποθετείται τμήμα του λεπτού εντέρου το οποίο αναπροσαρμόζεται σε σχήμα προκειμένου να ομοιάζει με το σχήμα της κύστης και γίνεται αναστόμωση με το κολόβωμα της ουρήθρας. Τα αποτελέσματα στο πλείστο των περιπτώσεων είναι πολύ ενθαρρυντικά τόσο σαν τελική θεραπεία και απαλλαγή από την νόσο όσο και σε λειτουργικό επίπεδο, αφού με κατάλληλη παρακολούθηση και με χρήση κάποιων σκευασμάτων μετά από μια σχετικά μικρή σε χρονικό διάστημα περίοδο προσαρμογής δεν υπάρχουν σοβαρά μετεγχειρητικά προβλήματα.

2. Ενδοκυστική θεραπεία

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τοπικές θεραπείες στο επίπεδο της ουροδόχου κύστεως πού ενεργούν με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης και με σχετικά διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με την δραστικότητα τους στην δυνατότητα επανεμφάνισης ή όχι του όγκου αλλά ακόμα και στον χρόνο πού μεσολαβεί μέχρι την επανεμφάνιση της καρκινικής βλάβης.

2α. Ανοσοθεραπείες. Η ανοσολογική θεραπεία έχει σαν στόχο να προκαλέσει και να ενδυναμώσει την αντίδραση των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού προκειμένου να καταπολεμήσουν την καρκινική βλάβη. Σε αυτή την φάση έχουμε την δυνατότητα για τις ακόλουθες θεραπείες:

  • Ενδοκυστική θεραπεία με τον Βάκιλο Calmette-Guerin. Συνήθως χρησιμοποιούνται στους επιφανειακούς καρκίνους κύστεως και ιδιαίτερα στο καρκίνωμα in situ, με ενθαρρυντικά αποτελέσματα αλλά επί αποτυχίας αποφασίζονται άλλοι τρόποι αντιμετώπισης. Αυτό επιτυγχάνεται με τακτικές ενδοκυστικές εγχύσεις με τον εν λόγω Βάκιλο, όμως έχουμε σε κάποιες περιπτώσεις μερικές παρενέργειες όπως ικανού βαθμού ερεθισμό της κύστεως ή αιματουρία, ενώ σε κάποιες άλλες συμπτώματα γριπώδους συνδρομής. Όταν τά ενοχλήματα είναι έντονα και δεν υποχωρούν, αναγκαστικά θα μας οδηγήσουν στην διακοπή της θεραπείας.
  • Ενδοκυστική θεραπεία με Ιντερφερόνη. Η ιντερφερόνη είναι μια πρωτείνη πού κατασκευάζει και χρησιμοποιεί το ανοσολογικό σύστημα για να καταπολεμήσει τις μολύνσεις και τις φλεγμονές. Η συνθετική παραγωγή της ουσίας μας έδωσε την δυνατότητα χρησιμοποίησης της σε ασθένειες όπως είναι ό καρκίνος κύστεως και όχι μόνο, έτσι μπορεί η ενδοκυστική της έγχυση μόνη ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπευτικά φάρμακα ή με τον βάκιλο Calmette-Guerin να επιφέρει πολύ θετικά αποτελέσματα, κυρίως όταν χρησιμοποιείται μετά από τις διουρηθρικές εκτομές των κυστικών όγκων.

2β. Χημειοθεραπείες. Η χημειοθεραπεία χρησιμοποιεί φάρμακα τά οποία σκοτώνουν τα καρκινικά κύτταρα. Η ενδοκυστικές χημειοθεραπείες γενικά χρησιμοποιούνται μετά από τις διουρηθρικές εκτομές των όγκων, είτε σαν μονοθεραπείες είτε σε συνδυασμούς για καλύτερα αποτελέσματα. Σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και πρίν την επέμβαση προκειμένου να βοηθήσουν στην συρρίκνωση του όγκου και στην ευκολότερη εξαίρεση του χειρουργικά. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθούν και σαν θεραπεία για την μείωση ή και την εξαφάνιση μικρών θηλωματωδών όγκων, αφού βέβαια έχουμε βεβαιωθεί μακροσκοπικά (με την κυστεοσκόπηση) για το στάδιο εξέλιξης τους. Σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να συνδυασθεί και με την ακτινοβολία.

3. Ακτινοθεραπεία

Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιεί υψηλής ενέργειας ακτίνες πού στοχεύουν τον καρκίνο και σκοτώνουν τά καρκινικά κύτταρα. Αυτό επιτυγχάνεται με ένα μηχάνημα πού στοχευμένα ακτινοβολεί τά καρκινικά κύτταρα, βοηθώντας στην συρρίκνωση ή και εξαφάνιση του όγκου και μπορεί να συνδυασθεί με την χημειοθεραπεία ή και με τό χειρουργείο όταν κρίνεται ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος υπολειμματικός καρκινικός ιστός.

Συμπεράσματα και Επισημάνσεις

  • Ο καρκίνος κύστεως επειδή συνδυάζεται με παράγοντες που έχουν σχέση με το εργασιακό περιβάλλον πολλών ομάδων πληθυσμού (αγρότες, εργάτες σε εργοστάσια, επαγγελματίες σε χρώματα και υλικά βαφής ), επειδή έχει σχέση με πολλές συνήθειες των ανθρώπων όπως το κάπνισμα και το αλκοόλ, και επειδή ευνοείται και από τις σύγχρονες διατροφικές συνήθειες πολλών ατόμων, πρέπει να αντιμετωπίζεται με περισσή σοβαρότητα για πρόωρη ανίχνευση και έγκαιρη αντιμετώπιση.
  • Οποιαδήποτε αιματουρία πού εμφανίζεται ξαφνικά και χωρίς άλγος από κάποιο όργανο ή υποτροπιάζει ή συνοδεύεται από κυστικά ενοχλήματα, πρέπει να ακολουθείται από ένα λεπτομερή έλεγχο με στόχο την ανίχνευση της αιτίας.
  • Σε περιπτώσεις αιματουρίας πού παρά τον γενόμενο έλεγχο εξακολουθούν να παραμένουν αδιάγνωστες, είναι απαραίτητο να παρακολουθούνται σε τακτικά χρονικά διαστήματα ανά 3-6 μήνες με εξετάσεις ούρων, κυστεοσκοπικό έλεγχο,  κυτταρολογικό έλεγχο και πιθανή βιοψία.
  • Στις περιπτώσεις πού ο καρκίνος από την αρχή δείχνει σημεία έντονης κακοήθειας, ή εμφανίζεται ανθεκτικός στην ενδοκυστική χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία ή σε υποτροπές εκδηλώνει σημεία διαφοροποίησης ή εξέλιξης, πρέπει να αποφασίζεται άμεσα ή ολική αφαίρεση του οργάνου (ριζική κυστεκτομή) με λεμφαδενεκτομή, προκειμένου να δίνουμε τις δυνατότητες στον ασθενή για ολική αποθεραπεία.

 

 

Ο νευροπαθητικός πόνος είναι ουσιαστικά ένα σύμπτωμα (και όχι νόσος) που εμφανίζεται σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τον πόνο που εμφανίζεται ως συνέπεια μιας βλάβης ή πάθησης των νεύρων του σώματος ή του κεντρικού νευρικού συστήματος (του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού δηλαδή).

Οι παθολογικές καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αυτό το είδος του πόνου είναι πολλές ξεκινώντας από πιέσεις στις ρίζες των νεύρων στα άνω ή κάτω άκρα, από δισκοκήλες στην σπονδυλική στήλη, το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα, οι λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα (συνήθως σε μεγάλη ηλικία και σχεδόν στο 100% των ασθενών), το AIDS (στο 30%), ο σακχαρώδης διαβήτης όταν υπάρχει πολλά χρόνια (στο 20 - 24%), ο αλκοολισμός, ο ερυθηματώδης Λύκος, η νόσος του Fabry (μια νόσος της παιδικής ηλικίας που προκαλεί στο 90% των ασθενών πόνο), η πορφυρία, χρόνιες φλεγμονώδης παθήσεις των νεύρων, η αμυλοείδωση, ο καρκίνος μπορεί να εκδηλωθεί με τέτοιου τύπου πόνο, όπως και μετά από χημειοθεραπεία με συγκεκριμένες ουσίες (ταξάνες, πλατίνες). Η νευραλγία του τριδύμου νεύρου θεωρείται επίσης νευροπαθητικός πόνος. Κεντρικής αιτιολογίας νευροπαθητικός πόνος μπορεί να εμφανιστεί μετά από ένα εγκεφαλικό σε συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου, τον θάλαμο- ο πόνος αυτός θα εμφανιστεί στο αντίστοιχο άνω ή/και κάτω άκρο του ασθενούς. Υπολογίζεται ότι 1,6% με 8,2% του γενικού πληθυσμού έχουν νευροπαθητικό πόνο, αν και γενικά πιστεύεται ότι υποδιαγιγνώσκεται.

Τα συμπτώματα είναι συνήθως πόνος μαζί με μούδιασμα ή τσιμπήματα στην περιοχή που το νεύρο έχει υποστεί την βλάβη, αίσθηση σαν να περνάει ρεύμα, ή σαν να καίει η περιοχή (π.χ. η αίσθηση σαν να μας ακουμπάει τσουκνίδα), υπερβολική ευαισθησία στην περιοχή (π.χ. να ενοχλεί ακόμη και το σεντόνι- το φαινόμενο αυτό ονομάζεται υπεραισθησία), μειωμένη αντίληψη της αισθητικότητας (π.χ. σαν τα πέλματα να πατάνε σε άμμο ή σε βαμβάκι), αίσθηση σαν να είναι συνέχεια ζεστά ή κρύα τα άκρα ο ασθενής. Μπορεί επίσης το απλό ακούμπημα ή χάιδεμα στην περιοχή να είναι δυσάρεστο- το φαινόμενο αυτό ονομάζεται αλλοδυνία. Ο πόνος είναι αρκετά επίμονος και σαφώς επιφέρει μια επιδείνωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Η διάγνωση τίθεται από έμπειρους γιατρούς που ασχολούνται με άλγος (πόνο) κυρίως νευρολόγους, αναισθησιολόγους, νευροχειρουργούς. Εκτός από εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις αίματος και ούρων (π.χ. για τα επίπεδα της Βιταμίνης Β1 & Β12 ή για ρευματοειδείς παράγοντες ή κρυφό σάκχαρο), που μπορεί να χρειαστούν σε κάποιες περιπτώσεις, πιθανό να πρέπει ο νευρολόγος να κάνει νευροφυσιολογικό έλεγχο. Με τον νευροφυσιολογικό έλεγχο ο νευρολόγος μπορεί να μετρήσει την απάντηση των νεύρων σε ένα ερέθισμα (χρόνο, ύψος και ταχύτητα απάντηση) και να καταλάβει σε ποια κατάσταση βρίσκονται. Εάν υπάρχει υποψία από τον θεράποντα ιατρό ότι ο νευροπαθητικός πόνος είναι κεντρικής αιτιολογίας δηλαδή οφείλεται σε βλάβη των δομών του εγκεφάλου ή του Νωτιαίου Μυελού, μπορεί να χρειαστούν επιπλέον απεικονίσεις των δομών αυτών.

Η θεραπεία του νευροπαθητικού πόνου είναι δύσκολη, απαιτεί υπομονή από τον ασθενή και εμπιστοσύνη στον θεράποντα ιατρό μιας και είναι μια χρόνια κατάσταση στην οποία έχει συνηθίσει ο εγκέφαλος και θα χρειαστεί προσπάθεια και χρόνο να τροποποιηθεί. Εκτός των φαρμάκων ιδανικό θα ήταν εάν μπορούσε να προσφερθεί σ΄ αυτόν τον χρόνια πάσχοντα ασθενή και ψυχολογική στήριξη. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον νευροπαθητικό πόνο είναι:

  • Αντικαταθλιπτικά: όπως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (νορτριπτιλίνη, αμιτριπτιλίνη), η παροξετίνη, η δουλοξετίνη. Τα πρώτα πρέπει να χρησιμοποιούνται με επιφύλαξη στις μεγάλες ηλικίες, απαιτούν βραδεία τιτλοποίηση (άνοδο στην επιθυμητή δόση) και άρα ο χρόνος επίτευξης του επιθυμητού αποτελέσματος μπορεί να είναι μακρής.
  • Αντιεπιληπτικά: όπως η γκαμπαπεντίνη, η πρεγκαμπαλίνη, καρβαμαζεπίνη, η οξκαρβαμαζεπίνη και η λαμοτρυγίνη. Συνήθως και εδώ απαιτείται βραδεία τιτλοποίηση και η ζάλη και η υπνηλία είναι συχνές παρανέργειες για κάποια από αυτά τα φάρμακα.
  • Αναλγητικά: μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή κυρίως τα οπιούχα αναλγητικά (π.χ. τραμαδόλη, μορφίνη). Δοκιμάζεται η ενδοφλέβια έγχυση λιδοκαϊνης σε ασθενείς με μεγάλο πρόβλημα, μια πρακτική που απαιτεί όμως μεγάλη προσοχή.
  • Τοπικά αναλγητικά: όπως το αυτοκόλλητο καψαϊκίνης 8%, που τελευταία πήρε ένδειξη στην Ελλάδα και τοποθετείτε από πιστοποιημένο γιατρό στην περιοχή του πόνου για μια ώρα και δρα για 3-4 μήνες. Το αυτοκόλλητο αυτό μπορεί με αρκετή ασφάλεια για τον ασθενή να εφαρμοστεί στην περίπτωση που έχει αυτόν τον πόνο για τουλάχιστον 3 συνεχόμενους μήνες και δεν οφείλεται σε διαβητική νευροπάθεια. Επίσης δοκιμάζεται από διάφορους γιατρούς η τοπική έγχυση κορτικοστεροειδών με ή χωρίς αναλγητικά με αμφίβολα όμως αποτελέσματα.

Βέβαια πολύ συχνά η θεραπεία που θα απαιτηθεί θα είναι συνδυασμός των παραπάνω φαρμάκων.

Η δυσκολία της θεραπείας έγκειται στο ότι πολλές φορές δεν μπορεί να εξαληφθεί η αιτιολογία της υποκείμενης πάθησης που προκαλεί τον συγκεκριμένο πόνο. Επίσης πολλές φορές ο ασθενής, λόγω της χρονιότητας του πόνου, κάνει κατάχρηση παυσιπόνων ή/και έχει αντιδραστική κατάθλιψη. Λόγω επίσης της χρονιότητας του πόνου, ο εγκέφαλος πλέον δεν αντιλαμβάνεται τον πόνο ως σύμπτωμα αλλά ως νόσο και αυτό το γεγονός κάνει πιο δύσκολη την εκρίζωση του. Για αυτό επίσης πολλά φάρμακα δεν δρουν στην περιοχή του πόνου, αλλά επηρεάζουν υποδοχείς στο κεντρικό νευρικό σύστημα που έχουν σχέση με την κεντρική αντίληψη του πόνου.

 

 

Η Ν. Πάρκινσον είναι μία αργά εξελισσόμενη, εκφυλιστική νόσος του εγκεφάλου η οποία σε πρώτο στάδιο επηρεάζει το τμήμα του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για την κίνηση. Καθώς όμως η ασθένεια εξελίσσεται, προσβάλλει κι άλλες περιοχές του εγκεφάλου.

Συγκεκριμένα, η ασθένεια προσβάλλει τα νευρικά κύτταρα στις εγκεφαλικές περιοχές που καλούνται βασικά γάγγλια και μέλαινα ουσία. Τα νευρικά κύτταρα στη μέλαινα ουσία παράγουν την ντοπαμίνη, ένα νευροδιαβιβαστή, που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση και τον έλεγχο των κινήσεων του σώματος.
Τα χαμηλά επίπεδα ντοπαμίνης έχουν σαν αποτέλεσμα να εμφανίζονται συμπτώματα όπως τρόμος, βραδυκινησία, δυσκαμψία και αστάθεια στη στάση και βάδιση.

Η αιτιολογία της νόσου είναι ως επί το πλείστον άγνωστη.  Συνολικά, η νόσος αυτή είναι μια από τις πιο κοινές νευρολογικές εκφυλιστικές παθήσεις. Περίπου ένας στους εκατό, ηλικίας πάνω από 60, θα εμφανίσει τη Ν. Πάρκινσον και ένας στους είκοσι σε ηλικία κάτω των 40 ετών. Η τελευταία αποτελεί και  την νεανική μορφή της νόσου  με πολλές ιδιαιτερότητες και επίπτωση στην εργασία την οικογένεια και την εργασία. Περισσότερο από το 80% της παραγωγής ντοπαμίνης, έχει χαθεί πριν καν αρχίσουν να εμφανίζονται τα συμπτώματα της ασθένειας. Καθημερινές ασχολίες, όπως το περπάτημα και η γραφή γίνονται όλο και πιο δύσκολα.

Τα βασικά συμπτώματα της Ν. Πάρκινσον είναι η βραδύτητα των κινήσεων, η μυϊκή δυσκαμψία ή ο τρόμος (τρέμουλο) κυρίως ενός άνω άκρου και η κακή στάση και ισορροπία. Τα συμπτώματα αναπτύσσονται αργά και προχωρούν βαθμιαία.

Ο τρόμος  είναι το πιο συχνό σύμπτωμα της νόσου, αλλά απουσιάζει από το 1/3 των ανθρώπων που βρίσκονται στο αρχικό στάδιο. Ξεκινά, συνήθως, από το ένα χέρι και μετά εμφανίζεται και στην άλλη πλευρά. Παρατηρείται κυρίως στην ηρεμία και επιτείνεται όταν ο ασθενής είναι αγχωμένος. Εξαφανίζεται δε στη διάρκεια του ύπνου.

Οι αργές κινήσεις  (βραδύτητα) παρατηρούνται σχεδόν σε όλους τους ασθενείς με Ν. Πάρκινσον. Συνήθως, περπατούν πιο αργά με τάση να παραπατούν. Η βραδυκινησία γίνεται ακόμη πιο φανερή στην έλλειψη εκφραστικότητας του προσώπου και μειωμένης ταλάντευσης των βραχιόνων κατά το περπάτημα. Διστακτικότητα κατά την έναρξη στο περπάτημα ή πλησιάζοντας πόρτες (πάγωμα) μπορεί να εμφανιστούν αργότερα. Καθημερινές ασχολίες, όπως το ντύσιμο και η γραφή αρχίζουν να γίνονται όλο και δυσκολότερες.  Η ομιλία  γίνεται πιο αδύναμη.

Η δυσκαμψία  των μυών είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο για τους ασθενείς με Ν. Πάρκινσον, οι οποίοι δυσκολεύονται να σηκωθούν από την καρέκλα, αλλά ακόμα και να κάνουν λεπτές κινήσεις όπως να κουμπώσουν το πουκάμισό τους.

Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνους και ενοχλήσεις στα χέρια και τα πόδια, άγχος και κατάθλιψη, βραδύτητα σκέψης και μνήμης και ανήσυχο ύπνο. Η δυσκοιλιότητα και τα προβλήματα κύστης είναι πολύ συνηθισμένα και ιδιαίτερα η τάση για συχνή ούρηση με αίσθημα επείγουσας ανάγκης. Σεξουαλικά προβλήματα μπορεί, επίσης, να απασχολούν αρκετούς ασθενείς.

Σημαντικό στην αντιμετώπιση της νόσου είναι  η αντιμετώπισή της από μια ομάδα επιστημόνων.  Και αυτό γιατί πέρα από τα συμπτώματα που οφείλονται στην νόσο μετά την πενταετία εμφανίζονται κινητικά προβλήματα από την χρήση των φαρμάκων που δυσκολεύουν σημαντικά την καθημερινότητα του ασθενή.

Στην ομάδα αυτή κεντρικό ρόλο έχει ο ειδικός νευρολόγος όπου ρυθμίζει την θεραπεία είτε με φάρμακα, είτε χειρουργικά  με την εμφύτευση διεγέρτη στον εγκέφαλο, ο νευροψυχολόγος για τα προβλήματα μνήμης και την ψυχολογική υποστήριξη, ο λογοθεραπευτής για τα προβλήματα λόγου και την αντιμετώπισή τους με εφαρμογή της μεθόδου LSVT, ο φυσικοθεραπευτής, για την βελτίωση της βάδισης και της ισορροπίας, και ο γυμναστής για την μυϊκή ενδυνάμωση και φυσική κατάσταση.

Επίσης σημαντικό είναι η συμμετοχή σε ομάδες υποστήριξης και δράσης.  Η Ελληνική εταιρεία εθελοντών και ασθενών ν. Πάρκινσον, ΕΠΙΚΟUΡΟΣ κίνηση  οργανώνει συναντήσεις ενημέρωσης με θέματα όπως:

α)  Μαθαίνω για την Νόσο του Πάρκινσον

β) Μαθαίνω για το  DBS  (χειρουργική αντιμετώπιση της νόσου Πάρκινσον για άτομα κάτω των 70 ετών) και συγκροτεί τακτικά την  Ομάδα ψυχοεκπαίδευσης για DBS - προετοιμάζομαι για το DBS,  για άτομα που αναμένουν να χειρουργηθούν.

Πληροφορίες για την ν. Πάρκινσον και την ΕΠΙΚΟUΡΟΣ κίνηση μπορείτε να βρείτε στον κόμβο  www.parkinsonportal.gr  . Μπορείτε να γραφτείτε μέλη της εταιρείας και να συμμετέχετε σε συναντήσεις γνωριμίας στα τηλέφωνα 210 2135817, ώρες γραφείου.

 

Συχνά συναντούμε το εξής ιδιαίτερα παράλογο φαινόμενο: Άτομα που δεν έχουν κανένα σύμπτωμα που να υποδηλώνει την ύπαρξη υποκείμενου καρδιαγγειακού νοσήματος έρχονται όλο άγχος και αγωνία για να υποβληθούν σε όλες τις «απαραίτητες» εξετάσεις για να αποκλείσουν με σιγουριά ότι έχουν πρόβλημα καρδιάς.

Αυτό βέβαια θα πει κάποιος δεν είναι ούτε περίεργο ούτε παράλογο. Πόσο όμως λογικό είναι όταν τα συγκεκριμένα άτομα καπνίζουν, είναι παχύσαρκα, δεν έχουν προσέξει ποτέ τη διατροφή τους και δεν παρακολουθούν τακτικά τα επίπεδα της χοληστερίνης, του σακχάρου και της πίεσής τους; Μάλιστα ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να κόψουν το κάπνισμα ή ότι δεν έχουν λόγο να παρακολουθούν τη χοληστερίνη, την πίεση ή το σάκχαρο γιατί δεν έχουν συμπτώματα. Εντούτοις, θέλουν να κάνουν «όλες» τις εξετάσεις, όπως καρδιογράφημα, δοκιμασία κοπώσεως, υπερηχογράφημα ή ό,τι άλλο είναι τέλος πάντων απαραίτητο για να βεβαιωθούν ότι δεν πάσχουν από κάποια καρδιοπάθεια, για να μπορούν να συνεχίζουν να καπνίζουν χωρίς φόβο και με τη διαβεβαίωση πια του γιατρού ότι είναι υγιείς. Και αν νομίζετε ότι αυτά είναι υπερβολές, κάνετε λάθος, είναι μια εξωφρενική καθημερινότητα!

Τι πρέπει λοιπόν να κάνει ένα άτομο ασυμπτωματικό που φοβάται για την υγεία της καρδιάς του; Κατ' αρχήν πρέπει να σταματήσει το κάπνισμα, να βάλει στη ζωή του τη συστηματική άσκηση, δηλαδή ένα καθημερινό περπάτημα τουλάχιστον 30 λεπτών και να προσέξει τη διατροφή του. Από κει και πέρα, πρέπει να απευθυνθεί σε έναν καρδιολόγο για να διερευνήσει ποιος είναι ο καρδιαγγειακός του κίνδυνος τα επόμενα χρόνια. Τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα προγνωστικά μοντέλα κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου είναι αυτά που προέκυψαν από τη μελέτη Framingham Heart, το 1990. Μια ομάδα Ελλήνων ερευνητών δημοσίευσε το HellnicSCORE βασισμένο σε ελληνικά δεδομένα, το οποίο παρουσιάστηκε στο Περιοδικό της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, καθώς επίσης και στην Ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (www.escardio.org). Το μοντέλο κινδύνου είναι ένας πίνακας, όπου σε κάθε κελί αναγράφεται ο απόλυτος κίνδυνος (δηλαδή η πιθανότητα) εκδήλωσης θανατηφόρου καρδιαγγειακού επεισοδίου μέσα στην επόμενη δεκαετία της ζωής, ανάλογα με την ηλικιακή δεκαετία, το φύλο, τις καπνιστικές συνήθειες, τις τιμές συστολικής αρτηριακής πίεσης και ολικής χοληστερόλης.

Πρέπει, φυσικά, να τονιστεί ότι η εκτίμηση του κινδύνου είναι στατιστική, άρα μπορεί να εμπεριέχει ένα βαθμό σφάλματος. Άτομα χαμηλού κινδύνου θεωρούνται όσα έχουν πιθανότητες λιγότερες από 10% να παρουσιάσουν ένα καρδιαγγειακό νόσημα στην επόμενη 10ετία. Σε αυτά τα άτομα πρέπει να εκτιμηθεί ο 30ετής κίνδυνος. Αν αυτός είναι χαμηλός, δεν χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Αν αυτός είναι αυξημένος αντιμετωπίζονται όπως τα άτομα ενδιάμεσου κινδύνου. Υψηλού κινδύνου θεωρούνται τα άτομα που έχουν πάνω από 20% πιθανότητες να παρουσιάσουν ένα καρδιαγγειακό νόσημα στην επόμενη 10ετία και πρέπει να λάβουν επιθετική φαρμακευτική αγωγή για κάθε έναν παράγοντα κινδύνου που έχουν (π.χ αντιυπερτασικά ή υπολιπιδαιμικά ή αντιδιαβητικά φάρμακα). Περαιτέρω βιοχημικές ή απεικονιστικές εξετάσεις σε αυτή την ομάδα δεν είναι απαραίτητες. Τα άτομα που βρίσκονται μεταξύ του 10% και 20% θεωρούνται ενδιάμεσου κινδύνου και σε αυτά πρέπει να εκτιμηθεί και το οικογενειακό ιστορικό ύπαρξης καρδιαγγειακού νοσήματος. Επίσης, σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Καρδιολογίας στα άτομα ενδιάμεσου κινδύνου καλό είναι να μετράται η τιμή της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης στα αίμα. Επιπλέον, αν τα άτομα αυτά έχουν υπέρταση ή διαβήτη πρέπει να διενεργείται ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα και να αναζητείται η ύπαρξη μικροαλβουμινουρίας στα ούρα. Στα άτομα ενδιάμεσου κινδύνου πρέπει ακόμα να μετράται το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα της καρωτίδας, ο αστράγαλο/βραχιόνιο δείκτης και το φορτίο του ασβεστίου στα στεφανιαία αγγεία. Η διενέργεια δοκιμασίας κοπώσεως ή άλλων πιο εξειδικευμένων διαγνωστικών εξετάσεων δεν φαίνεται να έχει θέση στη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών.

Με τις παραπάνω εξετάσεις, ένα 20% των ενδιάμεσου κινδύνου ασυμπτωματικών ατόμων μπορεί να αλλάξει κατηγορία, να χαρακτηριστεί υψηλού κινδύνου και να αντιμετωπιστεί με επιθετική φαρμακευτική αγωγή.

 
Υγεία και Επιστήμη (Ελευθεροτυπία)

Κολύμβηση

Video

O Δρόμος για την Θεραπεία αποτελεί το site στον χώρο της υγείας, που απευθύνεται σε ασθενείς, ενημερώνοντάς τους για θέματα κλασικής ιατρικής αλλά και εναλλακτικών θεραπειών.

Η ιστοσελίδα περιέχει πληροφορίες και άρθρα, με σκοπό την ενημέρωση και μόνο. Στην περίπτωση που θέλετε να εφαρμόσετε μία θεραπεία που αναγράφεται στο dromostherapeia.gr, επιβάλλεται να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας. Η πληροφόρηση που δίνεται εδώ δεν είναι, δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σαν βάση για διάγνωση ή επιλογή θεραπείας.
Ο dromostherapeia.gr δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν λάθη ή παραλείψεις ή οποιοδήποτε πρόβλημα προκύψει που να έχει σχέση με υλικό που περιλαμβάνεται σ’ αυτήν.