Νεότερα για την Αντιμετώπιση της Ηπατίτιδας Β
Σε πολλές περιπτώσεις, οι ιός θα απομακρυνθεί μόνος του χωρίς μακροχρόνιες επιπλοκές, επισημαίνουν οι ειδικοί. Ωστόσο, υπάρχουν φορές που μπορεί να εξελιχθεί σε ισόβια ή χρόνια νόσο, που σημαίνει αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του ήπατος.
Γιατί μας αφορά
Το ήπαρ είναι ένα από τα σημαντικότερα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού, το οποίο συμμετέχει σε μεγάλο αριθμό ζωτικών διεργασιών. Λειτουργεί ως μέρος του πεπτικού συστήματος, αυξάνοντας την ενέργεια και τη δυνατότητα φιλτραρίσματος και αποθήκευσης θρεπτικών και άλλων ουσιών.
Οποιαδήποτε ηπατική λοίμωξη – όπως η ηπατίτιδα Β – είναι ικανή να προκαλέσει φλεγμονή και βλάβη στην ικανότητα του ήπατος να επιτελεί τις ζωτικές του λειτουργίες, τονίζει ο κ. Brown. Συγκεκριμένα, οι επιπλοκές μπορεί να αφορούν στη διαταραχή της ικανότητας καταπολέμησης των λοιμώξεων καθώς και σε ήπια έως μέτρια ανάπτυξη ουλώδους ιστού (ίνωση), σοβαρή ανάπτυξη ουλώδους ιστού (κίρρωση), καρκίνο του ήπατος και, τελικώς, το θάνατο.
Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται με μολυσμένο αίμα ή σωματικά υγρά από επαφή ανάμεσα σε άτομα. Στη Δυτική Ευρώπη, η πλειονότητα των λοιμώξεων οφείλεται σε σεξουαλική επαφή με μολυσμένο άτομο καθώς και στην κοινή χρήση που γίνεται σε σύριγγες και βελόνες. Δυστυχώς, όμως, οι ηπατικές επιπλοκές δεν εμφανίζουν προειδοποιητικά σημάδια ή τα συμπτώματα είναι πολύ ασαφή και συχνά δεν εντοπίζονται για πολλά χρόνια. Ο εμβολιασμός αποτελεί τον κύριο τρόπο πρόληψης κατά της λοίμωξης, υπογραμμίζει ο Dr Leleu. Από την άλλη, η διάγνωση για ηπατίτιδα Β είναι κρίσιμη, όχι μόνο λόγω των ενδεχόμενων σοβαρών επιπλοκών για την υγεία του πάσχοντα, αλλά και διότι τα μολυσμένα άτομα μπορεί να διαδώσουν τη νόσο, μη γνωρίζοντας ότι την έχουν.
Στην Ευρώπη, 14 εκατομμύρια άτομα παρουσιάζουν χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β, εντούτοις μόνο το 12% γνωρίζουν ότι πάσχουν από τη νόσο. Κατά το κ. Pietro Lampertico, MD καθηγητή της μονάδας Γαστρεντερολογίας του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, η κίρρωση, δηλαδή η αντικατάσταση φυσιολογικού ηπατικού ιστού με μη ζώντα ουλώδη ιστό, αναπτύσσεται μέσα στα χρόνια, ως αποτέλεσμα προϋπάρχουσας υπατικής βλάβης ή λοίμωξης.
Τελικά, η κίρρωση οδηγεί σε υπατική ανεπάρκεια, επειδή, καθώς πεθαίνει ο ιστός, μειώνεται η ικανότητα λειτουργίας του ήπατος. Εκτός από την κίρρωση, η ηπατίτιδα Β ευθύνεται για το 80% των περιπτώσεων καρκίνου του ήπατος – 3η αιτία θανάτου από καρκίνο στην Ευρώπη και 1η παγκοσμίως όσον αφορά σε ασθένειες σχετικές με το ήπαρ. Μάλιστα – όπως δείχνουν οι μελέτες – στη Γηραιά Ήπειρο τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του ήπατος, έχουν υπερδιπλασιαστεί την τελευταία 20ετία.
Τα καλά νέα
Για τους περισσότερους ασθενείς, η ηπατίτιδα Β είναι ισόβια νόσος και, επομένως, η αγωγή θα πρέπει να είναι κατάλληλη για μακροχρόνια χορήγηση, καθώς αυξάνεται η ηλικία του ασθενούς. Άλλωστε, στόχος της θεραπείας είναι η πρόληψη της εξέλιξης της ηπατικής νόσου και της περαιτέρω εμφάνισης καρκίνου του ήπατος, επιτυγχάνοντας από τη μια το να παραμένει σταθερή η μείωση του ιικού φορτίου και από την άλλη την καταστολή της αναπαραγωγής του ιού.
Έτσι, ορισμένα φάρμακα δρουν ενισχύοντας την ανταπόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος στη λοίμωξη. Άλλα δρουν παρεμβαίνοντας άμεσα στις διεργασίες που χρησιμοποιεί ο ιός για να πολλαπλασιάζεται και, επομένως, μειώνουν την ποσότητά του στο αίμα. Όπως εξηγεί ο κ. Lampertico, νέα ισχυρά σκευάσματα, όπως η Εντεκαβίρη φαίνεται, πως από τη μια, μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα που νοσούν από ηπατίτιδα Β να διατηρήσουν τα ιικά τους φορτία σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα και, από την άλλη είναι σε θέση να παρέχουν μια θεραπευτική στρατηγική για αποτελεσματική διαχείριση της νόσου. Όπως ανακοινώθηκε στο συνέδριο, μια από τις πολυκεντρικές μελέτες παρακολούθησης στην καθημερινή κλινική πράξη, για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της Εντεκαβίρης – τόσο σε πρωτοθεραπευομένους με αντι – ιι – κά ασθενείς, όσο και σ' εκείνους που είχαν ήδη λάβει αντι-ιική θεραπεία για τη χρόνια ηπατίτιδα Β-, διεξήχθη πρόσφατα σε 5 ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία).
Για τους πρωτοθεραπευόμενους με αντι-ιικά ασθενείς τα αποτελέσματα έδειξαν πως η Εντεκαβίρη είχε υψηλή αποτελεσματικότητα, επιτυγχάνοντας μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο στο 81% των ασθενών στο πρώτο έτος. Επίσης, αποδείχθηκε αποτελεσματική σε ασθενείς οι οποίοι είχαν λάβει προγενέστερα αντι-ιική θεραπεία.
Από: Ιατρικό περιοδικό "Popular Medicine"
Συντακτική ομάδα
Από την Συντακτική Ομάδα του dromostherapeia.gr
Τελευταία άρθρα από τον/την Συντακτική ομάδα
- Βαρύ τίμημα από τα πολεμικα τραύματα πληρώνει η Ελλάδα παρότι δεν βρίσκεται σε πόλεμο
- Νέα μέθοδος αντιμετωπίζει ριζικά τη χρόνια ρινόρροια
- Προβλήματα και στην ακοή προκαλεί η COVID-19
- Αυχεναλγία και οσφυαλγία σε νέους αθλητές
- 9 συμβουλές που κάνουν τις δουλειές του σπιτιού πολύ πιο εύκολες στα άτομα με ρευματικό νόσημα





